Η Μονή Βωσάκου στις Σίσες

Η μονή Βωσάκου
(τον Σταυρωμένον κραζόμενον Βώσακος)

θέση και ετυμο
λογία

Η μονή Βωσάκου βρίσκεται ανάμεσα στις κορφές Κουτσοτρούλης, Σοφιανή κορφή, και Κουφωτός των Ταλαίων ορέων(Κουλούκωνα). Τα βουνά αυτά ήταν ο τόπος ανάπαυσης του Τάλω. Εδώ ήταν το σημείο που ξεκινούσε τους καθημερινούς κύκλους του-περιπολίες, γύρω από την Κρήτη, ο γίγαντας Τάλως, για να την προστατεύσει από τυχόν εισβολέα. Μπροστά από τα Ταλαία όρη, παραθαλάσσια, βρίσκονταν δύο πολιτείες η Σισαία και το Αστάλι(δεν ξέρουμε που ακριβώς). Ετυμολογικά το Αστάλι συνδέεται άμεσα με τον Τάλω και θα πει ή τόπος του Τάλω ή σημείο που ο Τάλως κάθε μέρα ξεκινά ή αναπαύεται. Στα τοπωνύμια της γύρω περιοχής "βρίσκουμε" και δράση διαφόρων άλλων γιγάντων (ίσως και οι Σισαίοι να αντιπροσωπεύουν μια ξεχωριστή κατηγορία γιγάντων, όπως και οι Αλοΐδες) Γι' αυτό το λόγο επί Βυζαντίου γίνεται ο τόπος του Διγενή ή Διογενή(Διογενείς = το γένος του Δία : ήταν οι Ιδαίοι Δάκτυλοι και οι Κουρήτες : επιφορτισμένοι και αυτοί με καθήκοντα προστασίας και περιφρούρησης). Ολόκληρη η περιοχή συνδέεται με διάφορους μύθους και παραδόσεις με τη δράση του Διγενή Ακρίτα(π.χ., η πατουχιά του Διγενή στα Ζωνιανά) αλλά και με το θάνατό του. Μάλιστα για το όνομα του Κουτσοτρούλη, υπάρχουν δύο εκδοχές. Παίρνει τ' όνομά του είτε από τη θηριώδη δράση του Διγενή εναντίον Σαρακηνών και Απελατών (σε κάποια επιθετική του κίνηση, απ' την τεράστια δύναμη των χεριών του ή τη δύναμη του ραβδιού του, έκοψε την κορφή του βουνού και το κουτσοτρούλισε) είτε απ' το θάνατο του Διγενή (στην κορφή του βουνού οι Σαρακηνοί έστησαν ενέδρα στο Διγενή. Μετά από λυσσαλέα αντίσταση τελικά ο Διγενής ηττήθηκε. Το βουνό δεν άντεξε το χαμό και το βάρος του ήρωα και υπέστη καθίζηση, βούλιαξε, η τρούλα του κουτσάθηκε. Ο θρύλος του θανάτου ενός ήρωα πρέπει πάντα να περιέχει υπερφυσικό μεγαλείο. Η γη να τρομάσει, ο απάνω κόσμος να σειέτε, τα βουνά να τρέμουν και τα θεμέλια να τρίζουν). Φυσικά υπάρχουν πάρα πολλοί θρύλοι και τόποι που διεκδικούν το θάνατο του Διγενή και πολλά βουνά στην Ελλάδα με το όνομα Κουτσοτρούλης. Εξάλλου οι Ακρίτες ήταν στρατιωτικό σώμα την εποχή του Βυζαντίου με καθήκον την προστασία των συνόρων της αυτοκρατορίας.
ετυμολογία - ερμηνεία της λέξης Βώσακος

Ως επικρατέστερη ετυμολογική ερμηνεία της λέξης Βώσακος, θεωρείται η άποψη του Μεν. Παρλαμά , ο οποίος πιστεύει ότι είναι σύνθετη και αποτελείται από τις λέξεις : βους(=βόδι) και σηκός(=μάντρα), δηλαδή "μάντρα βοδιών". Η λέξη είναι ουδετέρου γένους(το Βώσακος) και εμφανίζεται στη γραφή με δύο μορφές : Βόσακος και Βώσακος.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή προέρχεται από την παραφθορά της λέξης βοσκός. Μάλιστα σώζεται παράδοση σύμφωνα με την οποία:"Βοσκός που έβοσκε το κοπάδι του εκεί κοντά, έβλεπε τις νύχτες ένα φως. Πλησιάζοντας διαπίστωσε ότι μέσα στους σκίνους από όπου προέρχονταν το φως, δεν υπήρχε φωτιά αλλά η εικόνα της Σταύρωσης του Χριστού." Έτσι έγινε εκκλησία προς τιμήν του εικονίσματος και ο τόπος ονομάστηκε Βοσ(α)κός. Ο Μύθος αυτός μοιάζει εμβόλιμος γιατί η λέξη Βώσακος είναι προχριστιανική και δωρική. Ήταν εξάλλου σύνηθες στις Δωρικές διαλέκτους να μεταβάλλονται λέξεις θεωρώντας ότι έτσι γίνονται πιο εύηχες και ότι έτσι ενισχύονται οι δεσμοί και οι ιδιαιτερότητες μιας τοπικής κοινωνίας. Έτσι το "βούτυρο" γίνεται "βώτυρος¨ και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο 'βούσακος" γίνεται "βώσακος".
Η μονή είναι αφιερωμένη στον Τίμιο Σταυρό και πιστεύεται ότι ιδρύθηκε τον 12ο ή 14ο αιώνα. Η μονή Βωσάκου ανήκει σε μια "αλυσίδα" μοναστηριών που αναπτύχθηκαν στους πρόποδες του Ψηλορείτη: Σαββαθιανών, Κρουσώνα, Ελεούσας, Ιερουσαλήμ, Γοργολεήμονος, Αγίου Αντωνίου, Βροντησίου, Βαρσαμονέρου, Ασωμάτων και πολλές άλλες. Οι ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες στην Ίδη δεν επέτρεπαν ίδρυση μοναστηριών σε μεγάλα ύψη. Οι μονές Βωσάκου και Δισκουρίου διατήρησαν τον έλεγχο μεγάλων εκτάσεων πάνω στο βουνό, ο Βώσακος έφτανε από τη θάλασσα των Σισών μέχρι τη Ζώμυνθο, αλλά και τον έλεγχο των ιερών χώρων, ο Βώσακος βρίσκονταν στον ιερό χώρο του Τάλω και η μονή Δισκουρίου τους βοσκότοπους στο Ιδαίον Άντρον και το μικρό ναό του Τιμίου Σταυρού που βρίσκεται στην ψηλότερη κορφή του Ψηλορείτη, ακριβώς από πάνω απ' το σπήλαιο που λατρευόταν ο Δίας. Οι μονές Χαλέπας, Βωσάκου και Δισκουρίου είχαν φρουριακή υποδομή και μπορούσαν να διαδραματίσουν αμυντικό ρόλο σε εχθρική επίθεση. . Η παράδοση θέλει να ιδρύεται από μοναχούς της μονής των Αγίων Πατέρων στο Καλό χωράφι ή να έχει πάντα την υποστήριξη των μοναχών του Καλού Χωραφιού οι οποίοι επιζητούσαν πάντα ένα ασφαλέστερο μέρος γιατί οι ίδιοι βρίσκονταν μπροστά στη θάλασσα, ακριβώς από κάτω απ' τη μονή Βωσάκου, ευάλωτοι σε οποιοδήποτε εχθρό ή πειρατή. Πριν την Τουρκοκρατία η μονή Αγίων Πατέρων ήταν πολύ μεγαλύτερη και πλουσιότερη. Μόλις όμως οι Τούρκοι κατέκτησαν το Ρέθυμνο και την περιοχή Μυλοποτάμου, η μονή Αγίων Πατέρων φαίνεται να ερημώνει, οι μοναχοί της μεταφέρονται στη μονή Βωσάκου και το Καλό Χωράφι γίνεται μετόχι του Βωσάκου.

Ο Ν. Παλιεράκης παραθέτει τρεις κομβικές ημερομηνίες που αφορούν το μοναστήρι : 1195, 1630, 1885. Οι ημερομηνίες αυτές συμπίπτουν με εποχές στις οποίες παρατηρείται μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα σχετική με τα μοναστήρια της Κρήτης. Αναφέρει ότι ο πρώτος ναός της μονής ήταν πολύ μικρός και χτίστηκε το 1195, τέλος δηλαδή της Β' Βυζαντινής περιόδου. Το έτος 1630 (τελευταία περίοδο της Ενετοκρατίας, οπότε οι Ενετοί έχουν παραχωρήσει θρησκευτική ελευθερία) χτίζεται ένα μεγάλο μοναστήρι γύρω από το ναό του Βωσάκου. Ο Βώσακος, ερημικός και δύσκολα προσπελάσιμος, με πλήθος μοναχών κυρίως απ' τα Καλά Χωράφια, τον Άγιο Ιωάννη Σισών και τον Άγιο Ονούφριο Σισών(μονές και οι τρεις παραθαλάσσιες) θεωρείται πλέον ασφαλέστερος και με δυνατότητες πρόσβασης και στη θάλασσα αλλά και στην ενδοχώρα του Μυλοποτάμου και ολόκληρης της Κρήτης. Αυτή την περίοδο ιδρύονται πλήθος μοναστηριών σε όλη την Κρήτη και η μονή Αγίων Πατέρων, φέρεται να έχει πλήθος προβλημάτων, μετά από απανωτές επιθέσεις πειρατών και Τούρκων, κυρίως τα έτη : 1538 : Μπαρμπαρόσα, 1567 : Ουλούτς Αλή και 1571 : Σουλτάν Σελήμ. Μέχρι το 1630 η μονή Βωσάκου αυτοπροσδιορίζονταν ως η μονή "σιμά του μοναστηριού τα Καλά Χωράφια". Από δω και πέρα όμως η μονή φαίνεται να παρουσιάζει αυτόνομη δράση, η μονή Αγίων Πατέρων διαλύεται και η περιουσία της υπάγεται πλέον στο Βώσακο αφού όλοι οι μοναχοί της μεταφέρονται στο Βώσακο. Το μοναστήρι αρχίζει να αυτοπροσδιορίζεται ως "του Σταυρωμένου εν τω καλουμένω Αυλοποτάμου κατά την τοποθεσίαν Βόσακα".

περισσότερα για την Ενετοκρατία στην Κρήτη στην διεύθυνση :


Η Μονή Βωσάκου επί Τουρκοκρατίας

Οι αρχαιότερες γραπτές μαρτυρίες για το Βώσακο ξεκινάνε περίπου το 1630, οπότε και αρχίζει να γίνεται ο Βώσακος μια απ' τις ισχυρότερες και ασφαλέστερες μονές του Μυλοποτάμου. Το 1630 φαίνεται να αρχίζει η ακμή του Βωσάκου.

Το 1646, κατά τη διάρκεια της Τουρκικής επίθεσης στην Κρήτη, ολοκληρώνεται η κατάληψη του νομού Ρεθύμνης με την κατάληψη της μονής των Αγίων Πατέρων.
Ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής στον "Κρητικό του Πόλεμο" αναφέρει :
"Μπαίνει στο Μυλοπόταμο, στο Βώσακο αποσώνει
Σκάφη κι' Αξέτι, Σκεπαστή, κι' Αγγελιανά σκλαβώνει".
Στρατοπέδευσε δηλαδή ο Τουρκικός στρατός στη μονή Βωσάκου κι' έπειτα κατέλαβε τις γύρω περιοχές. Αυτό δείχνει και τη στρατηγική της θέση. Η περιοχή Καλών Χωραφιών, Μπαλί και ο όρμος Αττάλης ήταν ένα από τα βασικά θέατρα πολεμικών επιχειρήσεων, λόγω της πολυετούς πολιορκίας του Χάνδακα. Έτσι η περιοχή απέκτησε στρατηγική σημασία και ο έλεγχός της αποτέλεσε κύριο μέλημα των εμπλεκομένων. Κατά το διάστημα στην περιοχή συνέβησαν μεγάλες καταστροφές και λεηλασίες.
Στον "Κρητικό Πόλεμο" του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή διαβάζουμε σχετικά : "Βλέπησι πλήσιαν έβαλε /
σ' ούλο το περιγιάλλι /
κι' άρχισεν από τα Φασκιά /
κι' επήγε ως τα' Ατάλι. /
Πλεούμενο να μη μπορεί /
εκεί για να σημώσει /
χωριάτης να μην κατεβεί /
βρώσι να τώνε δώσει. /
Στ' Ατάλι σταματήσανε, /
ογιά να καρτερούσι /
να φτιάξουν τα μαλτέζικα /
στον πόλεμο να μπούσι. /
Κι ωσάν εσμίξασιν εκεί /
έξαφνα τσι πλακώσα /
τότες στο Μυλοπόταμο /
και πόλεμον εδώσα. /
Δώδεκα ήτο μπέηδες /
κάτεργα δυναμώνου /
κ' εβγήκασι κ' εκάμνασι /
και προς τα' Ατάλι σώνου /
και τα εφτά τα κάτεργα /
απού 'μελλε να πιάσου /
και τσ' άρχοντες και το λαό /
να έμπουν να χαλάσου".

Με την πτώση του Ηρακλείου στους Τούρκους το 1669, ολοκληρώνεται η κατάληψη της Κρήτης. Βλέπουμε τότε το ηγουμενοσυμβούλιο του Βωσάκου να καταφεύγει στον κατακτητή του Χάνδακα Φαζίλ Αχμέτ Πασά Κιοπρουλή διεκδικώντας φορολογική απαλλαγή.
Και ζητώντας έκδοση "ιεράς διαταγής" για την προστασία της μονής γιατί "ημείς έχοντες διακόψει πάσαν σχέσιν με τους ανθρώπους και απέχοντες από πάσης βιοποριστικής ενασχολήσεως, νυχθημερόν προσευχόμεθα εν τη Μονή μας, συμφώνως προς τους κανόνες της σαθράς μας θρησκείας. Συνεμμορφώθημεν ομοίως προς την δοθείσαν εις τας Μονάς, επ' ευκαιρία της εκστρατείας , διαταγήν και έχομεν μεταφέρει εις το αυτοκρατορικόν στρατόπεδον πάντα τα χρειώδη". Ο Αχμέτ Κιοπρουλής διατάσσει τον Ιεροδίκη Ρεθύμνου να ερευνήσει την υπόθεση του Βωσάκου και αν οι μοναχοί έχουν δίκιο να σταματήσει κάθε καταπίεση και καταδυνάστευσή τους(από τις μεταφράσεις Τουρκικών Ιστορικών Εγγράφων του Ν. Σταυρινίδη). Τελικά όλοι οι Κρητικοί και όλα τα μοναστήρια, από το 1671 υπάγονταν στο πρώτο κανονιστικό διάταγμα φορολογίας, που συνιστούσε ένα πολύπλοκο, βαρύτατο και επαχθέστατο σύστημα φορολογίας.
το βωσακιανό νερό

Στην πύλη της εισόδου του μοναστηριού υπάρχει μια πλάκα με ανάγλυφο σταυρό και ημερομηνία ΑΧΞΘ δηλαδή 1669. Δηλαδή τη χρονιά που η Κρήτη έπεφτε ολοκληρωτικά στα χέρια των Τούρκων, με την πτώση του Ηρακλείου, οι μοναχοί του Βωσάκου ολοκληρώνουν τις εργασίες τους για την οικοδόμηση της μονής. Μπροστά από την εκκλησία βρίσκεται η περίφημη κρήνη της μονής απ' όπου έρεε το "βωσακιανό νερό" και η οποία έχει περίτεχνη αρχιτεκτονική που δεν δένει με το δωρικό αρχιτεκτονικό σύνολο της μονής. Το νερό μεταφέρεται από 600 μέτρα μακριά. Ίσως το σχέδιο της κρήνης να υπήρχε από την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Πάντως στην επιγραφή της κρήνης αναφέρεται :
"ΑΧΟΓ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ Ε(5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1673) /
ΑΠΛΑΔΑ /
ΚΡΗΝΗ ΔΑΨΙΛΩΣ ΠΑΣ ΤΗΣ ΕΜΦΟΡΙΘΙΤΩ /
ΕΙΣ ΑΝΑΨΥΧΗΝ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΠΕΙΕΤΩ".

1676 : ο Βώσακος σταυροπηγιακή μονή
Το 1676 η μονή ανακηρύσσεται σταυροπηγιακή με σιγίλιο(έγγραφο που φέρει τη σφραγίδα του Πατριάρχη ή της Συνόδου) του Οικουμενικού Πατριάρχη Παρθενίου του Δ'. με το ίδιο σιγίλιο μετατρέπεται σε σταυροπηγιακή και η μονή Χαλέπας που μέχρι τότε ήταν μετόχι του Βωσάκου. Το 1740, ο Βώσακος και όλα τα σταυροπηγιακά μοναστήρια της Κρήτης απώλεσαν την ιδιότητά τους αυτή, για να ενισχυθεί έτσι ο δραστήριος μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος Λετίτζης. Δημιουργήθηκαν όμως μεγάλα προβλήματα μεταξύ των μοναστηριών και των διαδόχων του μητροπολίτη Γερασίμου. Έτσι επιστρέφονταν η σταυροπηγιακή αξία στα μοναστήρια. Το σιγίλιο με την ανανέωση της σταυροπηγιακής αξίας της Μονής Βωσάκου εκδόθηκε το 1798 από τον Γρηγόριο Ε' και φυλάσσεται στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Πάντως οι μοναχοί του Βωσάκου δεν αναγνώρισαν ποτέ τη μονή τους ως ενοριακή. Πριν το 1798 χρησιμοποιούσαν σφραγίδα που χαρακτήριζε τη μονή σταυροπηγιακή.
Μελέτιος Βαρδιάμπασης

Το 1834 ο Άγγλος περιηγητής Ρόμπερτ Πάσλεϋ φιλοξενήθηκε από τον επιστάτη στο μετόχι της μονής στο Γαράζο που ονομάζονταν Μελέτιος. Αυτός τον ενημέρωσε ότι κατά την επανάσταση του 1821 η μονή υπέστη μεγάλες καταστροφές. Η μονή και η βιβλιοθήκη της πυρπολήθηκαν . Εκείνη την περίοδο(1824), πυρπόλησε ο Τουρκικός στρατός,υπό τον Χασάν Πασά και το σπήλαιο του Μελιδονίου όπου είχαν καταφύγει 370 γυναικόπαιδα και 30 οπλοφόροι. Ο Χασάν Πασάς επέδειξε γενικά στην περιοχή απερίγραπτη αγριότητα..
Ο Εμ. Γενεράλις μας δίνει την πληροφορία ότι εκτός της καταστροφή της μονής , οι Τούρκοι σκότωσαν και 18 καλόγερους στη θέση "Φιδαλώνια". Ο Μιχ. Παπαδάκης στο βιβλίο του "Αμάλθεια" μας μεταφέρει τη μαρτυρία του ηγούμενου της μονής το 1941, του Γαβριήλ Νύκταρη :
"το μοναστήρι μας είχε στην επανάσταση του 1821 είκοσι αδελφούς, ιερομονάχους και μοναχούς. Κάηκεν όμως στην διάρκειά της η εκκλησία και ολόκληρη η μονή από τους Τούρκους, πιάστηκαν και οι είκοσι αδελφοί από τους οποίους οι 17 εσφάγισαν στη θέση Φιδαλώνια τρία τέταρτα έξω από το μοναστήρι. Διασώθηκαν από τη σφαγή ο ηγούμενος Μελχισεδέκ, ο εξάδελφός του Χατζή Κυριάκος αναγνώστης και ο ιερομόναχος Άνθιμος, αγνώστου επωνύμου. Στα ησυχάσματα της επαναστάσεως του 1821 ο ηγούμενος Μελχισεδέκ και ο ιερομόναχος Άνθιμος, γύρισαν και κατοίκησαν στα ερείπια του μοναστηριού των. Με το πέρασμα του χρόνου ήλθαν και οι: 1) Μελέτιος Βαρδιάμπασης, κατόπιν ηγούμενος, 2)Ζαχαρίας Καλυβιανάκης εκ Λειβαδίων, 3) Ευθύμιος (αγνώστου επωνύμου) από το χωριό Δαφνέδες και 4)Μάξιμος Χαριτάκις (αγνώστου χωρίου καταγωγής)". [Παπαδάκης:"Αμάλθεια", σελ.355]
Μετά το 1821 η μονή ήταν κυριολεκτικά κατεστραμμένη. Οι εικόνες του καθολικού είχαν επίσης καεί και αντικαταστάθηκαν μόλις το 1840. Μάλιστα στην εικόνα του παντοκράτορα διαβάζουμε την επιγραφή :
"ΠΡΟΣΔΕΞΑΙ ΚΥΡΙΕ ΤΑΣ ΔΕΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΗΣΟΝ ΑΥΤΟΥΣ ΑΩΜΒ'(1842)".
Ο Μελέτιος αυτός δεν είναι άλλος από το Μελέτιο Βαρδιάμπαση. Αυτόν συνάντησε ο Πάσλεϋ στο μετόχι του Βωσάκου στο Γαράζο. Αυτός μαζί με το Μελχισεδέκ ανέλαβαν την ανασυγκρότηση της μονής μετά το 1821.
Ο Μελέτιος ήταν ισχυρή προσωπικότητα και πολύ δραστήριος, οργάνωσε τα μετόχια της μονής στις Σίσες, στο Γαράζο και στους Δαφνέδες. Επί ηγουμενίας του ανανεώθηκε (για άλλη μια φορά) η σταυροπηγιακή αξία της μονής, υπογεγραμμένη τώρα από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Άνθιμο Δ'. Ο Μελέτιος χειροτόνησε 12 ιερομόναχους και 4 μοναχούς. Ανακαίνισε τμήματα της μονής και επί Μελετίου η μονή άρχισε να συνεισφέρει υπέρ της λαϊκής παιδείας και να ενισχύει τα σχολεία που άρχισαν σιγά σιγά να ιδρύονται στα γύρω χωριά.
Το 1855 στη θέση του παλαιότερου τοιχογραφημένου Καθολικού του 14ου 15ου αι., κατασκευάζεται ο ναός όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, και ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Τίμιο Σταυρό.
Μελχισεδέκ Βαρδιάμπασης

Κατά τη διάρκεια της Κρητικής επανάστασης, το 1866, στη μονή ηγούμενος ανέλαβε ο Μελχισεδέκ Βαρδιάμπασης(ο Μελέτιος ήταν πλέον πολύ ηλικιωμένος και είχε αρχίσει να αναλαμβάνει τη διοίκηση της μονής ο Μελχισεδέκ Βαρδιάμπασης (επίσης ισχυρή προσωπικότητα), η μονή συμμετείχε ενεργά με δική της επαναστατική οργάνωση, προετοιμασμένη πολύ καιρό πριν. Μετά τη μάχη της Τυλίσσου(15 Ιανουαρίου 1866), της οποίας το μεγαλύτερο μέρος ήταν μετόχι της γειτονικής μονής Χαλέπας, και όπου ο τουρκικός στρατός έπαθε αληθινή πανωλεθρία με 600 νεκρούς, ο Ρεσέτ Πασάς πέρασε από το Βώσακο και τη Χαλέπα και κατάστρεψε τα μοναστήρια, για άλλη μια φορά, αναζητώντας το Μελχισεδέκ.
Το 1866 ο Βώσακος φιλοξένησε τον Έλληνα συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο που είχε και το γενικό πρόσταγμα των επιχειρήσεων. Το 1867 ο Βώσακος φιλοξένησε τους Μανιάτες εθελοντές που αποβιβάστηκαν στα Καλά χωράφια και πήραν μέρος στην επανάσταση. Το 1868 οι μονές Βωσάκου και Αττάλης(Μπαλί) προμήθευαν με τρόφιμα γυναικόπαιδα που περίμεναν πλοία που θα τους μετέφεραν στην ελεύθερη Ελλάδα. Το Μπαλί είχε γίνει σημείο εισόδου εθελοντών απ' όλη την Ελλάδα και σημείο φυγής αμάχων από την Κρήτη.
{Περισσότερα για την επανάσταση του 1866 στο Μπαλί και τον ηγούμενο της Μονής Αττάλης στο site:
Μπαλί^1866 }
η μονή Χαλέπας, μετόχι του Βωσάκου

Μετά το 1866 η γειτονική μονή Χαλέπας άρχισε να έχει, για άλλη μια φορά, τεράστια προβλήματα οικονομικά, να βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού και να φιλοξενεί μόνο τρεις μοναχούς και οκτώ κοσμικούς, εργάτες της μονής, δεν επιτρέπονταν δηλαδή ούτε η εκλογή ηγουμένου. Ο Μελχισεδέκ ανέλαβε ως επιστάτης, τη διαχείριση της μονής Χαλέπας η οποία ξανάγινε μετόχι του Βωσάκου, περίπου το 1874.
ο Μελχισεδέκ αντίθετος με το θεσμό της Δημογεροντίας
Εκείνη την περόδο, η "τοπική Δημογεροντία" ανέλαβε τη διαχείριση της μοναστηριακής περιουσίας. Αυτό εξάλλου συνέβαινε σε όλη την Κρήτη, για να διαχειριστούν καλύτερα τα μοναστηριακά πράγματα και να ελέγχουν τη διάθεση μέρους των μοναστηριακών εισοδημάτων υπέρ της λαϊκής παιδείας. Ο Μελχισεδέκ δε συμφώνησε ποτέ με το νέο θεσμό της δημογεροντίας και τη διαχείριση από αυτήν των μοναστηριακών πραγμάτων. Έτσι ξεκίνησε έναν αγώνα για επιστροφή στο παλαιό καθεστώς. Έστειλε επιστολή στον Πατριάρχη Ιωακείμ τον Α', το 1874, με την οποία του εξέθετε την πολύ κακή οικονομική κατάσταση της μονής Βωσάκου αλλά και της μονής Χαλέπας(όπου επιστατούσε), λόγω του Αγώνα. Πέτυχε τελικά το 1875 συνοδική απόφαση με την οποία αποδεσμεύονταν η περιουσία του Βωσάκου και της Χαλέπας από τη διαχείριση της Δημογεροντίας Ρεθύμνου, παρά του ότι μεγάλο τμήμα της είχε ήδη ενοικιαστεί. [Πατριαρχική Επιστολή]
Η απόφαση προκάλεσε τη λυσσαλέα αντίδραση της Δημογεροντίας και σκάνδαλο στην Κρήτη. Υπάρχει πλήθος εγγράφων, επιστολών αλλά και η μαρτυρία του Άγγλου πολεμικού ανταποκριτή και ένθερμου φιλέλληνα Ιλαρίωνα Σκίννερ(που πολέμησε και στο πλευρό των μοναχών), για αυτή την περίοδο. αντίδραση Ρεθύμνου^27/11/1874 και αντίδραση Ηρακλείου

1871 : Συμφωνία Βωσάκου - Δημογεροντίας Ρεθύμνου

Παρατίθεται παρακάτω έγγραφο του 1871 που αφορά συμφωνία μεταξύ της Δημογεροντίας Ρεθύμνου και του Βωσάκου. Σύμφωνα με το έγγραφο αποφασίστηκε η εκμίσθωση του μεγαλύτερου μέρους της τεράστιας περιουσίας της μονής για τέσσερα χρόνια. Το έγγραφο αυτό αποτελεί ίσως το "γενέθλιο" κείμενο της κοινότητας Σισών περίπου όπως τις ξέρουμε σήμερα όσον αφορά τα μέλη της(φυσικά υπήρχαν ήδη κάτοικοι στις Σίσες, ως σταθεροί εργάτες του Βωσακικού Μετοχιού Σισών. Στα μετόχια Σίσες, Δαφνέδες και Γαράζο κατοικούσαν οι οικογένειες των εργατών του Βωσάκου .
Στους ήδη υπάρχοντες κατοίκους προστέθηκαν νέοι που μπορούσαν να ανταποκριθούν στις νέες μορφές διαχείρισης-ενοικίασης της μοναστικής περιουσίας., είχαν δηλαδή χρήματα για να ενοικιάσουν κτήματα από τα μετόχια. Πριν τον ηγούμενο Μελέτιο(1821), στα μετόχια των Σισών ήταν εργάτες απ' τους καλύτερους της περιοχής γιατί έπρεπε να παράγεται εισόδημα και να πληρώνονται οι φόροι στους Τούρκους. Είναι γνωστό ότι στην Κρήτη επιβλήθηκε επαχθέστατη φορολογία, η βαρύτερη σε ολόκληρο τον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό, από τα πρώτα χρόνια της κατοχής. Συνήθως επιστάτες των μετοχιών ήταν μοναχοί του Βωσάκου. Συνήθως χρησιμοποιούνταν εργάτες από τα χωριά που ανήκαν τα μετόχια. Αν όμως ο προϋπολογισμός έπεφτε έξω, η μονή μετέβαλλε το καθεστώς στα μετόχια, τοποθετούσε νέο επιστάτη και έφερνε νέους εργάτες, ή απ' το ίδιο χωριό ή από κοντινό, ικανότερους και αποδοτικότερους, αφού σκοπός ήταν η αύξηση των οικονομικών εσόδων, κυρίως για την αποπληρωμή των φόρων, τη συντήρηση της μονής και την ενίσχυση του Αγώνα κατά των Τούρκων. Οι εργάτες μετακινούνταν κατά το δοκούν. Επί Μελετίου οργανώθηκαν τα μετόχια, πιο συστηματικά με ανθρώπους από τις Σίσες ή από τα γύρω χωριά, που ανήκαν στο χώρο του Βωσάκου και της Χαλέπας(μάλλον φίλα προσκείμενους στον ίδιο). Επί Μελχισεδέκ και Δημογεροντίας "χρησιμοποιήθηκαν" άνθρωποι από τα μετόχια που υπήρχαν ήδη ως εργάτες για να ενοικιαστούν τα χωράφια και αν αυτοί δεν είχαν τις προϋποθέσεις τότε ήρθαν νέοι από τα γύρω χωριά. Πολλοί όμως άρπαζαν από μόνοι τους χωράφια χωρίς καν να δίνουν ενοίκιο. Έτσι διαμορφώθηκε το "νέο" ανθρώπινο δυναμικό των Σισών από τους εργάτες της μονής Βωσάκου και από τους κατοίκους των γύρω περιοχών.

Η συμφωνία μεταξύ Βωσάκου και Δημογεροντίας Ρεθύμνης έχει ως εξής :
"Ο Ρεθύμνης επιβεβαιοί /
Συνελθόντες σήμερον, ημέραν της εβδομάδος Σάββατον εν τη Επισκοπή Ρεθύμνης οι υποφαινόμενοι προς σύσκεψιν περί της επί τετραετίαν διαχειρίσεως των κτημάτων της εν τη επαρχία Μυλοποτάμου Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Βωσάκου τιμωμένης επ' ονόματι του Τιμίου Σταυρού, προς συντήρησιν των ιερών ναών και πατέρων αυτής, και προς θεραπείαν των διαφόρων αυτής υποχρεώσεων, και θεωρήσαντες ότι, ενοικιαζομένων απάντων των κτημάτων αυτής επί μίαν τετραετίαν ολόκληρον θέλουσι παραχθεί παρ' αυτών τα' ακόλουθα εισοδήματα ήτοι : Εκ της περιοχής της ειρημένης Μονής συμπεριλαμβανομένων των βοών, αιγιδοπροβάτων, μελισσών Γρ. 16.000, Εκ του εις χωρίον Σίσες Μετοχίου Γρ. 20.000, Εκ του Μετοχίου Μύλου Γρ. 8.000, Εκ του εις Χωρίον Γαράζον Μετοχίου Γρ. 30.000, Εκ του εις χωρίον Δαφνέδες Μετοχίου Γρ. 20.000, ήτοι γρόσια εννενήκοντα τέσσαρας χιλ. Γρ. 94.000 / Αποφασίζομεν ομοφώνως /
Όπως την μεν περιοχήν μετά των ζώων, των αιγιδοπροβάτων, δηλ. βοών, μελισσών κλπ, το εις χωρίον Σίσες μετόχιον και το Μετόχιον Μύλος, άπερ κατά τον ανωτέρω λογαριασμόν θέλουσιν επί μίαν τετραετίαν παράσχει εισοδήματα εκ γρ. τεσσαράκοντα τεσσάρων χιλιάδων(44.000), παραλάβωσιν από της σήμερον και καρπώνται οι εν λόγω πατέρες προς διατήρησιν εαυτών, καλλιεργούντες και προάγοντες αυτά με την υποχρέωσιν να λογίζονται εις βάρος αυτών
α) άπαντα τα της ειρημένης περιοχής και των δύο μετοχίων δαπανηθησόμενα, β) τα προς την συντήρησιν απάντων των της μονής ιερών ναών απαιτούμενα γρ. δεκατέσσαρας χιλιάδας(14.000),
γ) να περιποιώνται τους εν τη μονή προσερχομένους πτωχούς και ξένους και κατά το τέλος της τετραετίας να υποδείξωσιν άπαντα τα ζώα ήτοι αιγιδοπρόβατα, βόας, μελίσσας κλπ, άπερ παραλαμβάνουσι κατά το γεννησόμενον Κτηματολόγιον της μονής. /
Δια δε μετά την αφαίρεσιν της ποσότητος των ανωτέρω γρ. υπολειπόμενα γρ. 44.000 υπολειπόμενα γρ. πεντήκοντα χιλ. (50.000) να πληρωθώσιν ως εξής : Εις πληρωμήν χρεωλυσίου Γρ. 20.000, Εις πληρωμήν τόκων Γρ. 12.000, Εις διαφόρους επισκευάς Γρ. 20.000, Σύνολον Γρ. 52.000, Εις Σχολεία δια μεν τα της πόλεως Γρ. 4.000, Εις Σχολεία δια δε τα της επαρχίας Γρ. 8.000, Σύνολον Γρ. 24.000 /
Προσθετέα τούτης τάδε /
Α) Το ετήσιον της Μ. Εκκλησίας μένει εις βάρος της περιοχής και των μετοχίων Σίσες και Μύλους.
Β) Ο προϋπολογισμός ούτος ισχύει μέχρι της λήξεως της γενομένης τετραετούς ενοικιάσεως διατηρημένου του Κοινοβίου και
Γ) Απαράδεκτα τα γύναια εις την Μονήν κατά τον διοργανισμόν των μοναστηρίων. /
Εγένετο εν τη Επισκοπή Ρεθύμνης τη 22 Μαΐου 1871. /
Ο Πατριαρχικός Έξαρχος Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Φωτεινός /
Οι Δημογέροντες /
Στυλ. Ν. Δάνδολος /
Γεωρ. Δ. Μανιουδάκης /
Το Μοναστηριακόν Συμβούλιον Χ' Μελχισεδέκ επιστάτης"
[ Από το Αρχείο Δημογεροντίας Ηρακλείου α.φ. 89, α.α. 148]
η συνοδική απόφαση του 1875
Το 1875, ο Μελχισεδέκ, μη μπορώντας να ανεχθεί να διαχειρίζονται "την περιουσία του" οι εργάτες του ή ξένοι, καταφέρνει να τα πάρει πίσω με συνοδική απόφαση(τελικά βέβαια δεν θα ισχύσει η συνοδική απόφαση όπως θα δούμε παρακάτω). Σε έγγραφο της Δημογεροντίας Ηρακλείου αναφέρεται η περιουσία που διαχειρίζεται η μονή Βωσάκου το 1874 και 1875
"Κατάλογος κτημάτων τα οποία η Συνοδία της Ιεράς Μονής Βώσακος νέμεται ως περιοχήν κείμενα
Α) Εις την περιοχήν της ιδίας Μονής
Β) Εις το Μετόχιον Καλό Χωράφι
Γ) Εις το Μετόχιον Σίσες : αγροί καλλιεργήσιμοι κοιλών 260 / αγροί βοσκήσιμοι κοιλών 3005.1)2 / ελαιόδενδρα 163 / ελαιόφυτα 433 / άμπελος εργατών 80 / αμυγδαλέαι 15 / καρυαί 2 / συκέαι 10 / κυπάρισσοι 27 / κουκουναρέαι 5 / λεμονέαι 5 / νεραντζέαι 2 / κερατέαι 261 / κήπος κοιλών 7 / μορέαι 25 / απιδέαι 11 / υδρόμυλος / βόες 2 / αγελάδες 2 / μόσχοι 2 / ημίονοι 2 / όνοι 2 / πώλος 1 / ίπποι 3 / πρόβατα 80 / αίγες 150 / κυψέλαι μελισσών 300.
[ Α. Δ. Η. , α.φ. 89, α.α. 149]
το Πατριαρχικό Επιτίμιο του 1875
Όμως πολλοί είχαν ήδη ενοικιάσει κτήματα (τις πιο πολλές φορές χωρίς καν να αποδίδουν το ενοίκιο) ή είχαν "αρπάξει" μόνοι τους διάφορα κτήματα. Έτσι το 1875 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγκάζεται να εκδώσει "Πατριαρχικό Επιτίμιο" εναντίον εκείνων που "διήρπαζαν" τις περιουσίες των μονών Βωσάκου και Χαλέπας. Αν και πολλές φορές ο ίδιος ο Μελχισεδέκ άφηνε να αρπάζουν διάφορα κομμάτια "δικοί του άνθωποι".
Το Επιτίμιο του 1875 : " ....Οι οσιώτατοι πατέρες των αυτόθι κειμένων ιερών ημετέρων Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μοναστηρίων Βώσακος και Χαλέπα ανήγγειλαν ημίν ότι ανευλαβείς τινές και φιλάδικοι υπεξαιρούσιν αιγοπρόβατα εκ των ποιμνίων και διάφορα γεωργικά εργαλεία, γυμνούσι μελίσσια, παραχαράττουσι τα όρια γαιών και αγρών αυτών. Και πολυειδείς άλλας ζημίας επιφέρουσιν προς βλάβην αυτών καιρίαν. Εφ' ω και εζητήσαντο το παρόν ημέτερον Εκκλησιαστικόν φρικτόν επιτίμιον κατά των ανευλαβών τούτων και προς εξάλειψιν των επιζημίων ταις ιεραίς μονές τολμημάτων. Τούτου χάριν γράφοντες ει ούτως αποφαινόμεθα συνοδικώς μετά των περί ημάς ιερωτάτων Αρχιερέων και υπερτίμων, των εν Αγίω Πνεύματι αγαπητών ημών αδελφών και συλλειτουργών, ίνα όσοι των χριστιανών ετόλμησαν , ή τολμήσωσιν τυχόν του λοιπού χείρα άρπαγα και ιερόσυλον βαλείν επί των μοναστηριακών ποιμνίων και μελισσίων και των γεωργικών εργαλείων και λοιπών πραγμάτων των ιερών μονών Βόσακος και Χαλέπα, ή τα όρια των γαιών αυτών μετακινήσας επί ιδία μεν ωφέλεια, βλάβη δε και ζημία των ιερών περί ων ο λόγος σκηνωμάτων, αυτοί δε ως φιλάδικοι, πλεονέκται και ιερόσυλοι έτι και εκ των χριστιανών οίδασι τους τολμήσαντας του λοιπού τοιαύτην αδικίαν επενεγκείν προς αυτά, και μη μαρτυρήσωσι αυτούς όπου δει δια την κατά χώρον των αλλοτρίων δικαίων αποκατάστασιν, αλλά χαριζόμενοι, ή φιλοπροσωπούντες ή άλλως πως διτιθέμενοι σιωπήσωσιν, ως επίσης και ούτοι συνευθυνόμενοι και της αληθείας και του δικαίου αντίμαχοι, ομού αφωρισμένοι υπάρχωσι παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον άλυτοι, η οργή του Θεού είη επί τας κεφαλάς αυτών και προκοπήν μήποτε ίδοιεν, έχοντες και πάντων των απ' αιώνος αγίων και των τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων της εκκλησίας Πατέρων των εν τη Νικαία και των λοιπών πανσέπτων Οικουμενικών Συνόδων, εάν μη ποιήσωσιν ως γράφομεν.
ΑΩΟΕ (1875) εν μηνί Ιουλίω Ινδικτιώνος Γης .
Υπογράφουν:
ο Κυζίκου Νικόδημος,
ο Χαλκηδόνος Καλλίνικος,
ο Σερρών Νεόφυτος,
ο Βελεγράδων Άνθιμος,
ο Γρεββενών Κύριλλος,
ο Βυζύης Αμβρόσιος,
ο Κώου Γερμανός"
[Πατριαρχικόν Επιτίμιον.....Ν. Παπαδογιαννάκη] .
Όμως η αντίδραση των Δημογεροντιών Κρήτης ήταν τόσο ισχυρή που ο Πατριάρχης αναγκάστηκε να συμφωνήσει τελικά με τις Δημογεροντίες

Η Μονή Βωσάκου τον 20ό αι.

Ο Μελχισεδέκ ήλεγχε για περίπου 60 χρόνια τη μονή σύμφωνα με την παράδοση. Το διάστημα αυτό θεωρούνταν από τους μοναχούς ως ένα από τα καλύτερα της μονής. Έλαβε ενεργά μέρος σε όλες τις επαναστάσεις της Κρήτης και το 1878 εξελέγη πληρεξούσιος της επαρχίας Μυλοποτάμου. Σ' αυτή την επανάσταση διακρίθηκε και ένας άλλος μοναχός του Βωσάκου, ο Γαβριήλ Κλάδος. Ο Κλάδος εξελίχθηκε σε οπλαρχηγό των Κρητικών επαναστάσεων. Σκοτώθηκε στη επανάσταση του. Το 1881 ο Βώσακος ήταν ένα από τα ακμαιότερα μοναστήρια της Κρήτης. Είχε 12 μοναχούς και 17 κοσμικούς κατοίκους, εργάτες της μονής. Το 1885(ΑΩΠΕ) η μονή ανοικοδομείται εκ βάθρων, όπως δηλώνει η επιγραφή που υπάρχρι στην προμετωπίδα της εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού:
Ο ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΕΩΣ ΕΠΙΚΛΗΝ
ΑΡΧΗΝ ΜΕΝ ΕΧΕΙ ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ
ΑΡΞΕ
ΕΙΤΑ ΔΕ ΘΕΙΩ ΤΩΝ ΜΟΝΑΖΟΝΤΩΝ ΖΗΛΩ
ΕΓΕΝΕΤΟ ΜΕΙΖΩΝ ΩΣΤ ΑΡΚΕΙΝ ΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
ΑΧΛ
ΤΑΝΥΝ ΑΥΘΙΣ Ω ΚΟΔΟΜΗΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ
ΘΕΙΑ ΑΡΩΓΗ, ΜΟΝΑΧΩΝ ΠΡΟΘΥΜΙΑ
ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΚΤΗΜΑΤΩΝ
ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥΑΞΙΩΣ
ΑΩΠΕ
[το κείμενο της επιγραφής συνέταξε ο γνωστός τότε ανά την Ελλάδα φιλόλογος Νικόλαος Παλιεράκης, ο οποίος κατάγονταν από τον Ορθέ]
Είναι το μοναδικό μοναστήρι της Κρήτης που είχε τόσους πολλούς μοναχούς και διέλυσε τόσο γρήγορα. Μετά το θάνατο του οπλαρχηγού-ηγουμένου Γαβριήλ (Κλάδου) φαίνεται ότι η μονή σχεδόν ερήμωσε. Το πιο πιθανόν είναι οι μοναχοί να είχαν ακολουθήσει τον ηγούμενό τους και

πολλοί απ' αυτούς να έχασαν τη ζωή τους στο πεδίο της μάχης. Το 1900 η μονή κρίθηκε διαλυτή και το 1935 διατηρητέα. Στην πραγματικότητα άντεξε μέχρι το 1955. το 1941 που την επισκέφτηκε ο Μιχ. Παπαδάκης είχε πέντε καλογέρους. Δύο ιερομόναχους και τρεις μοναχούς με ηγούμενο τον Γαβριήλ Νύκταρη από τις Σίσες. Το 1954 είχε μονό δύο καλόγερους, το Χρύσανθο Μανωλά από τα Μυριοκέφαλα και τον Αβδιού Καλυβιανάκη από τα Λειβάδια. Και οι δύο πέθαναν το 1955. Μέχρι το τέλος της ζωής τους συντηρούσαν κοπάδι με 300 αιγοπρόβατα και 250 κυψέλες μέλισσες. Αρκετό καιρό αργότερα εγκαταστάθηκε στη μονή ένας μοναχός που λέγονταν Πέτρος. Όταν έφυγε εξαφανίστηκαν τα αρχεία της μονής, τα άμφια και σχεδόν όλα τα κειμήλια. Λέγεται ότι ο Πέτρος αναζητούσε κάποιον θησαυρό αλλά και ότι μετέφερε όλα τα κειμήλια σε κάποιο γυναικείο μοναστήρι κάποιου νησιού, όπου πιθανόν υπάρχουν μέχρι σήμερα.
Το 1998 η μονή Βωσάκου επαναλειτούργησε. Ξεκίνησαν εκτεταμένες αναστηλωτικές εργασίες από την 28η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με χρηματοδότηση κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σχεδιάγραμμα της μονής Βωσάκου:

Βιβλιογραφία:

  • Νίκου Ψιλάκη: «Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης»
  • Ι.Σ. Αλεξάκης: «Τα τοπωνύμια Αλόιδα και Αλόϊδες»
  • Μ. Παπαδάκης: «Βώσακος το Σταυροπηγιακό Μοναστήρι»
  • Θ. Δετοράκης: «Νοταριακές πληροφορίες»
  • Μπουνιαλής: «Κρητικός Πόλεμος»
  • Ν. Σταυρινίδης: «Μεταφράσεις Τουρκικών Ιστορικών Εγγράφων»
  • Β. Ψιλάκης: «Ιστορία της Κρήτης»
  • Στ. Σπανάκης: «Μνημεία Κρητικής Ιστορίας»
  • Αρχείο Δημογεροντίας Ηρακλείου (Βικελαία Βιβλιοθήκη)
  • Στ. Σπανάκης: «Πόλεις και Χωριά της Κρήτης»
  • Θ. Δετοράκης: «Τα Μοναστήρια της Κρήτης» (Τράπεζα Κρήτης)
  • Ν. Τωμαδάκη: «Εκκλησιαστικά Τοπωνύμια»
  • Α. Φραγκούλη: «Μοναστήρια του Μυλοποτάμου»
  • Μ. Κριαρά: «Ιστορία της Εκκλησίας της Κρήτης επί Τουρκοκρατίας»

Χρονολόγιο της Μονής Βωσάκου

12ο – 14ο αι. ιδρύεται η μονή Βωσάκου

1195 χτίζεται ο πρώτος ναός Τιμίου Σταυρού στο Βώσακο

1299 η Βενετία παραχωρεί «βενετική ευγένεια» στον γιό του Αλέξιου Καλλέργη, Γεώργιο. Στην πραγματικότητα οι Καλλέργηδες συνεχίζουν να είναι «ηγεμόνες-φεουδάρχες» του Μυλοποτάμου

1300(περίπου) Επισκοπή Αρίου στα Αγρίδια Μυλοποτάμου

1538 πειρατική επίθεση Μπαρμπαρόσα στο Ρέθυμνο, καταστρέφει όλα τα παραθαλάσσια μοναστήρια

1567 πειρατική επίθεση Ουλούτς Αλή

1571 πειρατική επίθεση Σουλτάν Σελήμ

1630 χτίζεται μεγάλο μοναστήρι στο Βώσακο (ως εγγύηση και συνέχιση των παραθαλάσσιων μονών στους πρόποδες του Κουλούκωνα : μονή Αγίων Πατέρων στα Καλά Χωράφια, μονή Αγίου Ιωάννη Σισών, Μονή Άγιου Ονούφριου Σισών)

1630 οι αρχαιότερες γραπτές μαρτυρίες για Βώσακο, αρχίζει η ακμή του μοναστηριού και ολοκληρώνεται η διάλυση Αγίων Πατέρων, Αγίου Ιωάννη Σισών και Αγίου Φανουρίου.

1646 ολοκληρώνεται η κατάληψη του νομού Ρεθύμνης από τους Τούρκους με την κατάληψη και καταστροφή της μονής Αγίων Πατέρων

1646 – 1669 κατάκτηση Κρήτης από τους Τούρκους ο παραθαλάσσιος Μυλοπόταμος αποτελεί στρατηγικό σημείο για την κατάληψη του Ηρακλείου και αποτελεί χώρο πολεμικών επιχειρήσεων

1669 πτώση Χάνδακος (Ηρακλείου)

1669 ηγουμενοσυμβούλιο του Βωσάκου ζητά απ’ τον κατακτητή του Χάνδακος Φαζίλ Αχμέτ Πασά Κιοπρουλή προστασία και φορολογική απαλλαγή(τελικά η μονή ακολούθησε τις φορολογικές αποφάσεις που αποφασίστηκαν για όλα τα μοναστήρια)

1669 ολοκληρώνονται οι οικοδομικές εργασίες στη μονή. Η πύλη φέρει ημερομηνία ΑΧΞΘ δηλ. 1669

1673 ολοκληρώνεται η κρήνη που μεταφέρει νερό από 600 μέτρα μακριά. Έργο δύσκολο για εκείνη την εποχή και περιοχή. Η κρήνη φέρει ημερομηνία ΑΧΟΓ δηλ. 1673

1676 ανακήρυξη μονής Βωσάκου σε σταυροπηγιακή από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο Δ’

1740 ο Βώσακος και όλα τα σταυροπηγιακά μοναστήρια Κρήτης απώλεσαν τη σταυροπηγιακή τους ιδιότητα, προς ενίσχυσιν του νέου μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμου Λετίτζη

1798 ανανέωση σταυροπηγιακής αξίας μονής Βωσάκου από Γρηγόριο Ε’

1821 πυρπόληση της μονής και της βιβλιοθήκης της από τους Τούρκους

1821 εκτέλεση 17 ή 18 καλογέρων του Βωσάκου στη θέση Φιδαλώνια

1824 πυρπόληση Σπηλαίου Μελιδονίου από Τούρκους (σε αυτό είχαν καταφύγει 370 άμαχοι και 30 οπλισμένοι)

1834 φιλοξενείται στο μετόχι του Βωσάκου Γαράζο ο Άγγλος περιηγητής Ρόμπερτ Πάσλεϋ από τον επιστάτη του μετοχιού Μελέτιο Βαρδιάμπαση

1842 ηγούμενος στη μονή ο Μελέτιος Βαρδιάμπασης

1866-1869 Κρητική Επανάσταση

1866 ηγούμενος της μονής Βωσάκου ο Μελχισεδέκ Βαρδιάμπασης

1866 φιλοξενείται στη μονή ο συνταγματάρχης Πάνος Κορωνιάς που είχε το γενικό πρόσταγμα των επιχειρήσεων στο ρέθυμνο

1866 μάχη Τυλίσου

1866 πυρπόληση μονών Βωσάκου και Χαλέπας από Ρεσέτ Πασά

1866 οι Τούρκοι βομβαρδίζουν το Αρκάδι(9 Νοεμβρίου) με τη μπουρμπάδα κουτσαχείλα(μεγάλο πυροβόλο). Με την εισβολή των Τούρκων οι εγκλεισμένοι ανατινάσσουν την πυριτιδαποθήκη

1867 φιλοξενούνται στη μονή Μανιάτες εθελοντές

1868 βομβαρδισμός συγκεντρωμένων αμάχων στο Μπαλί από τούρκικο πλοίο ( το Μπαλί ήταν σημείο εξόδου αμάχων προς την ελεύθερη Ελλάδα)

1871 Συμφωνία Δημογεροντιών Ρεθύμνης με Μελχισεδέκ. Η συμφωνία προέβλεπε υπαγωγή της βωσακικής περιουσίας στη Δημογεροντία και ενοικίασή της για τέσσερα χρόνια.

1874 συνάντηση Μελχισεδέκ με τον πατριαρχικό Έξαρχο επίσκοπο Κώου Γερμανό. Λέγεται ότι ο γερμανός επηρεάζει το Μελχισεδέκ στη σύνταξη επιστολής προς Πατριάρχη

1874 Αποστολή επιστολής Μελχισεδέκ προς Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Α’, αντιδρώντας στο σύστημα των Δημογεροντιών. Αντίδραση Δημογεροντιών.

1874 η Χαλέπα γίνεται μετόχι του Βωσάκου

1875 Συνοδική απόφαση υπέρ Μελχισεδέκ, για επιστροφή περιουσίας στη μονή. Σκάνδαλο στην Κρήτη.Αντίδραση Δημογεροντιών. Υποχώρηση Πατριάρχη.

1875 Πατριαρχικό Επιτίμιο εναντίον όσων κλέβουν περιουσίες, εργαλεία και ζώα από τις μονές Βωσάκου και Χαλέπας.

1878 ο Μελχισεδέκ εκλέγεται πληρεξούσιος της Επανάστασης στο Μυλοπόταμο.

1897 σκοτώνεται ο μοναχός του Βωσάκου Γαβριήλ Κλάδος κατά την επανάσταση του 1896-1897

1885 η μονή ανοικοδομείται εκ βάθρων

1900 η μονή κρίνεται διαλυτή

1935 η μονή κρίνεται διατηρητέα

1955 η μονή διαλύεται

1998 η μονή Βωσάκου επαναλειτούργησε. Ξεκίνησαν εκτεταμένες αναστηλωτικές εργασίες από την 28η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με χρηματοδότηση κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μονή Αγίων Πατέρων στο Καλό Χωράφι Σισών.

Η μονή Αγίων Πατέρων είναι χτισμένη πολύ κοντά σε αρχαίο ναό, φαινόμενο πολύ συνηθισμένο σε ολόκληρη την Ελλάδα κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Μάλιστα το 1945 βρέθηκε πολύ κοντά στη μονή βωμός που βρίσκεται σήμερα στο μουσείο Ηρακλείου. Η ονομασία Καλό Χωράφι υποδηλώνει τη γονιμότητα του εδάφους.Έχει μάλιστα αναφερθεί ότι η μονή των Αγίων Πατέρων και ολόκληρες οι Σίσες ήταν ο σιτοβολώνας της ορεινής και κτηνοτροφικής μονής Βωσάκου. Η θέση όμως της μονής, πολύ κοντά στη θάλασσα, προδιέγραψε το αβέβαιο μέλλον της, μια και αποτελεί πέρασμα εύκολα προσπελάσιμο για το Μέσα Μυλοπόταμο. Έτσι η μονή Αγίων Πατέρων θεωρείται ότι καταστράφηκε από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1538 όταν κατέστρεψε το Ρέθυμνο, το 1567 από την πειρατική επιδρομή του Ουλούτς Αλή και το 1571 από το σουλτάνο Σουλτάν Σελήμ. Μαρτυρία της πειρατικής δράσης στην περιοχή αποτελεί η επιγραφή που βρίσκεται στον τοίχο του ναού της Θεοτόκου στη Σκεπαστή Μυλοποτάμου και αναφέρεται στην απαγωγή της παπαδιάς από τους Τούρκους και την επιστροφή της μετά από είκοσι οχτώ χρόνια (όντε θα πας στη Σκεπαστή την ανασκεπασμένη χτισ’ εκκλησά διμάρτυρη για με τη κολασμένη).
Επί Ενετοκρατίας η μονή
των Αγίων Πατέρων ήταν σπουδαία και πολύ ισχυρή, με πολύ μεγάλη κτηματική έκταση και μεγάλο αριθμό μοναχών. Επί Τουρκοκρατίας όμως μετατράπηκε σε μετόχι της μονής Βωσάκου. Εξάλλου η μετατροπή μονών σε μετόχια εκείνη την εποχή ήταν συνηθισμένο φαινόμενο αφού εξυπηρετούσε το σύστημα διακυβέρνησης και φορολόγησης των Τούρκων ενώ η παράδοση λέει ότι οι μοναχοί της μονής των Αγίων Πατέρων ίδρυσαν ή ενίσχυσαν τη μονή Βωσάκου, αναζητώντας μεγαλύτερη προστασία και ευκολότερους τρόπους πληρωμής των φόρων.
Η μονή ανείκε στο φέουδο των Καλλεργών όπως διαπιστώνουμε από το υπέρθυρο του καθολικού της εκκλησίας όπου βρίσκεται ακόμα το οικόσημο της οικογένειας Καλλέργη(η οικογένεια Καλλέργη είχε τέσσερα μιναστήρια στο Μυλοπόταμο:Αγία Μαρίνα Χαλέπας-γυναικείο μοναστήρι επί Ενετοκρατίας, Αγίους Πατέρες στις Σίσες, Παναγία Χάρακα και Μονή Αγίου Γεωργίου στο Μελιδόνι, εξάλλου το μεγαλύτερο τμήμα της επαρχίας Μυλοποτάμου ήταν φέουδο των Καλλέργηδων).

Κομβικό σημείο της μονής είναι το έτος 1646 οπότε και κατελήφθη το Ρέθυμνο από τους Τούρκους. Κατά την προέλασή τους οι Τούρκοι κατέστρεφαν οικισμούς και κυρίως μοναστήρια. Αυτό που πρέπει να αναφερθεί είναι η ύπαρξη πάρα πολλών «πρόχειρων» κελλιών δίπλα στη μονή αλλά και διάσπαρτα στη γύρω περιοχή. Ακόμα και σε απόκρημνες περιοχές υπάρχουν ίχνη πρόχειρων κτιρίων, με ξερολιθιές. Αυτό σημαίνει ότι είτε οι μοναχοί έφτιαχναν εντελώς πρόχειρα κτίρια(από το φόβο της καταστροφής τους από τους πειρατές), ή οι ξερολιθιές αυτές αποτελούν οχυρωματικά έργα λόγω της επισφαλούς θέσης της μονής. Πάντως είναι σίγουρο ότι τα πρόχειρα δωμάτια προορίζονταν και για τους εργάτες-καλλιεργητές των πλούσιων μοναστηριακών εδαφών και των γύρω περιοχών.















Mονή Tιμίου Προδρόμου Aτάλης – Mπαλί

ΜΟΝΗ ΑΤΤΑΛΗΣ -ΜΠΑΛΙ

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη στο Μπαλί βρίσκεται σε μια περιοχή γεμάτη με μοναστικές και ασκητικές μνήμες, κοντά στον ομώνυμο όρμο και σημερινό παραθαλάσσιο και παραθεριστικό οικισμό. Τα τοπωνύμια στη γύρω περιοχή, αλλά και τα ερείπια παλιών μικρών μοναστηριών δίνουν την εικόνα ενός ιερού τόπου με ιδιαίτερη λατρευτική σημασία, όπου άνθισε ο μοναχισμός. Η γεωγραφική διαμόρφωση του χώρου πρόσφερε τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για την ανάπτυξη μοναστηριών και ερημητηρίων, σε εποχές τουλάχιστον που δεν βρίσκονταν σε έξαρση, οι πειρατικές επιδρομές. Ήταν έρημος, ακατοίκητος και μακριά από κατοικημένες περιοχές. Η φυσιογνωμία αυτή του τόπου έχει αλλάξει εντελώς σήμερα, ύστερα από τη διάνοιξη της νέας εθνικής οδού. στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Πριν από τη διάνοιξη της εθνικής οδού, οι επισκέπτες που έφταναν μέχρι την γραφική και έρημη περιοχή της Αττάλης ήταν ελάχιστοι.

Σύμφωνα με το τοπωνυμικό αρχείο του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης στο Ηράκλειο, ιεροί χώροι γύρω από τη Μονή ήταν οι περιοχές:

Α) Τρεις Εκκλησίες. Βρίσκεται σε γκρεμώδη περιοχή στη Βλυχάδα Μυλοποτάμου. Στο σχετικό δελτίο, που συντάχτηκε το 1953 από τη δασκάλα Αφροδίτη Παρασχάκη, αναφέρεται ότι ήταν "αρχαίο κατοικήσιμο μέρος το οποίον έπαθε καθίζηση". Η τοπική παράδοση διασώζει ακόμη και σήμερα την ανάμνηση ασκητών στην περιοχή.

Β) Άγιος Νικόλας, εξωκλήσι στη Βλυχάδα: "Όλος ο εσωτερικός χώρος παρουσιάζει αρχαία τοιχογραφία, Γύρωθεν ευρίσκονται ερείπια αποδεικνύοντα ότι υπήρχε μονή."

Γ) Καλογερακιανά, στον οικισμό Εξάντη Μυλοποτάμου. "Τόπος μάλλον ανώμαλος. Διακρίνονται ερείπια οικιών και άλλων κτισμάτων". Σήμερα διασώζεται παράδοση που αναφέρει ότι πρόκειται περί περιοχής που είχε μόνιμους κατοίκους παλαιότερα, μάλλον καλόγερους.

Δ) Στα Κελλιά (Εξάντης). "Μοναστήρι ερειπωμένο σε βουνοπλαγιά". To τοπωνύμιο είναι ενδεικτικό υπάρξεως λησμονημένης μονής.

Ε) Παναγία Χάρακα. Στο Μπαλή : "Ευρίσκονται ερείπια μονής. " Πρόκειται για το γνωστό μοναστηριακό εξάρτημα της Μονής Αττάλης στο Μπαλί. Εκεί διέμενε μοναχός - επιστάτης κατά τα χρόνια της ακμής του μοναστηριού. Δεν αποκλείεται, όμως, να λειτουργούσε και εκεί μικρή μονή, όπως συνέβαινε στις περισσότερες περιπτώσεις μικρών μοναστηριών της Κρήτης που για διάφορους λόγους απώλεσαν την ανεξαρτησία τους. Σ' αυτό το συμπέρασμα οδηγεί και το ότι η Παναγία του Χάρακα είχε δική της περιοχή και αξιόλογη περιουσία. Στη δυτική πλευρά του ναού σώζεται το οικόσημο των Καλλεργών, πράγμα που δηλώνει ότι ανήκε στο φέουδο της ιστορικής αυτής οικογένειας, όπως συμβαίνει και με τους μοναστηριακούς ναούς της Αγίας Μαρίνας κοντά στη Χαλέπα και των Αγίων Πατέρων στις

ΣΤ) Άγιος Γεώργιος στα Αγγελιανά

Παλαιό μοναστήρι, που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα ανήκε στη Μονή Προδρόμου του Μπαλή. Είχε δική του περιουσία και γύρω από το ναό σώθηκαν ερείπια κελλιών. Η τοπική παράδοση διέσωσε την πληροφορία ότι εκεί λειτουργούσε μονή. (Πληροφορία από Μ. Νύκταρη, Αγγελιανά) Στο τοπωνυμικό Αρχείο Ιστορικού Μουσείου Κρήτης αναφέρεται ως "Μονή Άγίου Αντωνίου - εκκλησία Αγίου Αντωνίου παλαιά".

ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

Η ονομασία του λόφου στον οποίο είναι χτισμένη η Μονή του Προδρόμου απηχεί μιαν άγνωστη θρησκευτική ιστορία της περιοχής. Λέγεται Λόφος της Αγίας Υπακοής, ή Αγιά Απακουή. Προφανώς υπήρχε εκεί ναός της Παναγίας της Γοργοεπηκόου (Ν. Τωμαδάκης:«Εκκλησιαστικά Τοπωνύμια»). Ο λόφος απέναναντι από το λόφο της Αγίας Υπακοής ονομάζεται "Λόφος του Παχούμη", παραπέμποντας έτσι στο μοναστικό όνομα Παχούμιος, γνωστό άλλωστε στην περιοχή από επιγραφικές μαρτυρίες. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση στην περιοχή έφρασε ως ασκητής ο Παχούμιος, που ζούσε σε σπήλαια της περιοχής μαζί με ομάδα άλλων ασκητών. Λέγεται, μάλιστα, ότι ο Παχούμιος και, οι συνασκητές του ίδρυσαν τη Μονή του Προδρόμου.

Στον λόφο του Παχούμη υπάρχει ο "σπήλιος του Ασκητή". Τα τοπωνύμια όμως, δεν είναι τυχαίες ονομασίες αλλά απηχούν λησμονημένα ή αμαρτύρητα γεγονότα. Είναι ''επιγραφαί γεγλυμέναι επί του εδάφους", σύμφωνα με τη γνώμη του καθηγητή Αντωνίου Μηλιαράκη. Ποιος είναι ο ασκητής που διέμενε στο λόφο του Μπαχούμη; Ήταν μόνος, ή πρόκειται απλώς για έναν κρίκο της παλαιότερης ιστορίας του τόπου; Στα ερωτήματα αυτά δεν θα υπάρξει ποτέ απάντηση. Μόνον ο συσχετισμός με άλλα τοπωνύμια και παραδόσεις της περιοχής μπορούν να οδηγήσουν σε κάποια συμπεράσματα σχετικά με τη μοναστική και την ασκητική ιστορία της βόρειας ακτής του Μυλοποτάμου.

Σύμφωνα με τον P. Faure (Eglises Cretoises sous roche) στο κοντινό χωριό Σίσες υπήρχε παλαιότερα σπηλαιώδης ναός του Αγίου Ονουφρίου.162 Η καθιέρωση του ναού στο όνομα του ασκητή Οσίου Ονουφρίου δεν είναι τυχαία. Και η παράδοση συνηγορεί υπέρ αυτής της άποψης. Διασώζει τη μνήμη ασκητή που έδρασε στην περιοχή.

17ος αιώνας

Η Μονή του Προδρόμου υπήρχε από τα χρόνια της ενετικής κατοχής, αλλά δεν είναι γνωστό το πότε και από ποιόν ιδρύθηκε. Έχει υποστηριχτεί ότι η ίδρυσή της πρέπει να τοποθετηθεί στα μέσα του 17ου αιώνα, λίγο πριν από την τουρκική κατάκτηση, τότε που οικοδομήθηκε το εντυπωσιακό φρουριακό συγκρότημα της. Η νεώτερη έρευνα, όμως, αποδεικνύει ότι το μοναστήρι υπήρχε από παλαιότερα. Oρισμένα σπαράγματα τοιχογραφιών του καθολικού ανήκουν στον 14ο αιώνα. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για τη Μονή προέρχεται από νοταριακό έγγραφο του 1628. Ο ευγενής κρητικός Μάρκος Σοφιανός ενοικίασε τις περιουσίες και τα δικαιώματα του σε χωριά του Μυλοποτάμου, στον Νικολό Αχέλη. Μοναδική εξαίρεση από την ενοικίαση αυτή αποτελούσαν τα δικαιώματά του στο Μοναστήρι "του Αγίου Γιάννη του Αττάλη", τα οποία προφανώς ο Σοφιανός δεν εισέπραττε(Γιάννη Γρυντάκη:«Πάντιμος»).

To νοταριακό έγγραφο δεν περιέχει καμιά άλλη πληροφορία. Η αναφορά, όμως, είναι πολύτιμη, γιατί τώρα γνωρίζουμε ότι υπήρχε αδελφότητα στη μονή όταν άρχισε η ανοικοδόμησή της. Αλλά και το ίδιο το κτιριακό συγκρότημα παρέχει σημαντικές ενδείξεις για την κατάσταση της μονής στα μέσα του 17ου αιώνα. Η μοναστική κοινότητα φρόντισε να οικοδομηθεί ένα κτήριο το οποίο να ανταποκρίνεται πλήρως στις ανάγκες της, με ελαιοτριβείο, εργαστήριο κεραμικής και άλλα. Η οργάνωση αυτή απαντάται μόνο σε μεγάλα μοναστήρια της Κρήτης τα οποία κατά κανόνα χτίστηκαν το 17o αιώνα. Στα μικρότερα η αδελφότητα φρόντιζε κυρίως για την οικοδόμηση των απαραιτήτων κτισμάτων που θα εξασφάλιζαν τη στέγαση τους. Και θα πρέπει να γίνει αυτός ο διαχωρισμός, γιατί κατά την εποχή εκείνη υπήρχαν στην Κρήτη εκατοντάδες μικρά μοναστήρια, πολλά από τα οποία ήταν ευκαιριακά και διέμεναν σ' αυτά όχι μόνον οι μοναχοί που ήταν αφοσιωμένοι στα θρησκευτικά τους καθήκοντα, αλλά και εκείνοι που ήθελαν να αποφύγουν τις υποχρεώσεις (αγγαρείες) απέναντι στο ενετικό κράτος.

Πριν από το 1630 η Μονή Προδρόμου ήταν ένα μικρό μοναστήρι, αλλά με τη βασική εκείνη οργάνωση που επέτρεψε τελικά την ανοικοδόμηση ενός εντυπωσιακού και λειτουργικά σχεδιασμένου κτιριακού συνόλου. Προφανώς ο χώρος που κατελάμβανε ήταν μικρότερος και δεν υπήρχε η βασική οχυρωματική μορφή που επιβάλλει η μοναστηριακή αρχιτεκτονική. Ήταν η εποχή εκείνη που, λόγω των πειρατικών επιδρομών και του διαγραφομένου τουρκικού κινδύνου, οι ενετικές αρχές ευνοούσαν την κατασκευή μικρών οχυρωματικών έργων. Και η μονή βρίσκεται σε περιοχή με στρατηγική σημασία κοντά στον όρμο της Αττάλης. Δυστυχώς η παντελής έλλειψη πληροφοριών από παλαιότερες εποχές δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε αν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα μοναστήρια που ιδρύθηκαν μετά τα μέσα του 16ου αιώνα, τότε που οι Ενετοί ακολούθησαν μια πιο ελαστική πολιτική, παραχωρώντας θρησκευτικές ελευθερίες στους υπόδουλους Κρήτες ή ανάμεσα σε κείνα που υπήρχαν από παλαιότερα. Η θέση της μονής, πάντως, σε σχεδόν παραλιακή περιοχή, δεν ευνοούσε την ίδρυση μεγάλων μοναστικών κέντρων κατά το 16o αιώνα, την περίοδο έξαρσης των πειρατικών επιδρομών.

Η παλαιότερη χρονολογία που συναντάμε στο μοναστήρι είναι εκείνη του κεντρικού πυλωνα:

ΑΧΛΕ(1635). ΑΡΧΗ ΣΟΦΙΑΣ ΦΟΒΟΣ ΚΥΡΙΟΥ.

ΜΝΗΣΘΙΤΙ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ ΠΑΧΩΜΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ

To 1635, λοιπόν, οικοδομήθηκε η κεντρική πύλη για να ακολουθήσει η κατασκευή κτηρίων μέσα στο μοναστηριακό περίβολο. Σε οκτώσχημο παράθυρο διαβάζουμε τη χρονολογία ΑΧΛΗ, δηλαδή 1638. Δεν υπάρχει καμιά άλλη μαρτυρία από την προ της Τουρκοκρατίας περίοδο. Μέχρι το 1646, όμως, που αλώθηκε η περιοχή από τους Τούρκους, η κτιριακή υποδομή είχε ολοκληρωθεί. Είχε, δηλαδή, επεκταθεί ο μικρός ναός του Προδρόμου, είχαν ολοκληρωθεί κελλιά που, κατά τον Θανάση Παλιούρα, μπορούσαν να στεγάσουν 10 - 20 μοναχούς και είχαν κατασκευαστεί οι κοινόχρηστοι χώροι. Μια ένδειξη γι' αυτό αποτελεί η τοιχογραφία που βρίσκεται μέσα στην τράπεζα, έργο, όπως υπολογίζεται, των αρχών του 17ου αιώνα. Πρόκειται για μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις εικονογραφημένων μοναστηριακών τραπεζών. Δεν γνωρίζουμε όμως αν πρόκειται για πρώτη ή δεύτερη οικοδόμηση, αν και άλλοι θεωρούν τις τοιχογραφίες αυτές ακόμη και σύγχρονες των τοιχογραφιών του ναού.Κατά την άποψη του Μιχ. Παπαδάκη η τοιχογράφηση του καθολικού έγινε το 1640.

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ.

Δεν είναι γνωστές οι άμεσες συνέπειες της τουρκικής κατάκτησης στη μονή. Η κατάληψη της περιοχής έγινε στα τέλη του 1646. Καμιά, όμως, γνωστή σήμερα πηγή δεν αναφέρεται στη Μονή του Προδρόμου. Ο ποιητής του Κρητικού Πολέμου Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής αναφέρει πως ο όρμος της Αττάλης έγινε πολλές φορές πεδίο πολεμικών επιχειρήσεων. Λόγω της πολυετούς πολιορκίας του Χάνδακα τα παράλια του Μυλοποτάμου είχαν εξαιρετική στρατηγική σημασία και ο έλεγχος τους αποτελούσε κύριο μέλημα των εμπολέμων. Οι επιτηρήσεις των Τούρκων ήταν πολύ αυστηρές, όταν ολοκλήρωσαν την κατάληψη της κρητικής υπαίθρου.

...Βλέπησι πλήσιαν έβαλε

σ’ ούλο τό περιγιάλι

κι άρχισεν από τά Φρασκιά

κι επήγε ώς τα’ Ατάλι.

πλεούμενο νά μην μπορεί

εκεί γιά νά σιμώσει

χωριάτης να μην κατεβεί,

βρώσι να των εδώσει..

(Μπουνιαλή:«Κρητικός Πόλεμος» σελ.305)

Και σε άλλο σημείο:

...Στ' Άτάλι σταματήσανε,

ογιά νά καρτερούσι

νά φτάξουν τά μαλτέζικα

στον πόλεμο να μπούσι

κι ωσάν εσμίξασιν εκεί

έξαφνα τσί πλακώσα,

τότες στό Μυλοπόταμο

και πόλεμον εδώσα

(Μπουνιαλή:«Κρητικός Πόλεμος» σελ.379)

…Δώδεκα ήτο μπέηδες,

κάτεργα δυναμώνου

κ' εβγήκασι κ' εκάμνασι

και προς τ' Ατάλι σώνου

και τα εφτά τα κάτεργα

απού 'μελλε να πιάσου,

και τσ' άρχοντες και το λαό

να εμπουν να χαλάσου…..

(Μπουνιαλή:«Κρητικός Πόλεμος» σελ.563)

Θα πρέπει, λοιπόν, να θεωρείται απίθανο το να μην συνέβησαν καταστροφές ή λεηλασίες κατά το διάστημα 1646 - 1669 στη Moνή του Προδρόμου. Η τουρκική δραστηριότητα ήταν έντονη και συνήθως οι στρατιώτες χρησιμοποιούσαν τα ερημικά μοναστήρια ως τόπο στρατοπέδευσης η ως φυλάκια τους. Ο Στέργιος Μανουράς, σε άρθρο του, το 1984, στον «Προμηθεύς Πυρφόρο» με τίτλο:«Η νέα ανακαίνιση της Μονής Μπαλί», κάνει λόγο για καταστροφές που προκλήθηκαν στα τέλη του 1646 - αρχές του 1647, εκτιμώντας ότι οι ζημιές αποκαταστάθηκαν γρήγορα, όπως δείχνει επιγραφή του 1692.

ΦΥΓΗ ΣΤΗ ΣΙΦΝΟ(μεταξύ 1646-1669)

Η Παναγιά του Μπαλή στη Σίφνο

Ο Παύλος Βλαστός κετέγραψε το 1893, στο χωριό Αρτέμωνας της Σίφνου μια παράδοση του νησιού σύμφωνα με την οποία η εικόνα της Θεοτόκου με το όνομα «Παναγία του Μπαλή» έχει μεταφερθεί εκεί από την Κρήτη και μάλιστα από καλόγερους της Μονής Μπαλί, κατά την εποχή που οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κρήτη. "Παναγία του Μπαλή", ονομάζεται κα ο ναός των Εισοδίων στον οποίο ανήκει.

Την παράδοση μετέφερε ο Βλαστός «κατά διήγησιν» γυναίκας που ονομάζονταν Φλώρα Ηλία Βλατάκη, καταγομένης εκ Σίφνου το 1893 :

" Εκ παραδόσεως των κατοίκων είναι γνωστόν οτι η εικών αύτη της Παναγίας του Μπαλή ήτο κτήμα της ομωνύμου αυτής μονής της εv τη παραλία Μυλοποτάμου κείμενης, Μονή του Μπαλή και σήμερον λεγομένης και ο λιμενίσκος του Μπαλή εν Κρήτη. Ότι ήλθεν εις Σύφνον φαίνεται κατά την άλωσιν της Κρήτης μετά τι νων καλογήρων αναχωρησάντων εκ της νήσου ένεκεν των κατα στροφών και ερημώσεων των Τούρκων κατακτητών και παραλαβόντων μεθ' εαυτών την Ιεράν ταύτην εικόνα μετ' άλλων ιερών σκευών της εν Μπαλή της Κρήτης ιερας μονής, έκτοτε δε διαμένει εν τω ανακαινισθέντι εν Σύφνω ναώ τη σννδρομή των ορθοδόξων ευσεβών κατοίκων της νήσου, θεραπεύουσα τους πιστώς αυτήν προσερχομένους και δεομένους ευλαβών την χάριν της Θεομήτορος. Eι και φέρει δε ο ιερός ναός ούτος του χωρίου Αρτέμωνος το όνομα της εικόνος "η Παναγία του Μπαλή", δεν διαμένει ποτέ η εικών εν τω ναώ, ειμή την ημέραν της μνήμης αυτής, ήτοι την εορτήν των Eισoδίων. Ευλαβείας ένεκεν και θρησκευτικού ζήλου έκαστος των κατοίκων του Αρτέμωνος την παραλαμβάνει εν τη οικία του και την έχει εν ιδιαιτέρω καθαρώς ευπρεπισμένω δωματίω ως εικονοστάσιον, ανάπτων ακoíμητoν κανδύλαν, είναι δε και πας τις ελεύθερος να εισέλθη εις τον οίκον τούτον να προσκυνήση και προσφέρη αυτή τα άφιερώματά του, άτινα αποστέλλονται κατόπιν υπό του ιδιοκτήτου της οικίας εις τον ναόν αυτής»

Οι Κρητικοί που εγκατέλειπαν το νησί, με την εισβολή των Τούρκων, το 1646, πήγαιναν κυρίως σε ενετικές κτήσεις ή σε περιοχές τουρκοκρατούμενες όχι όμως με δυσβάκτατες συνθήκες. Στην τουρκοκρατούμενη Σίφνο είχαν παραχωρηθεί αρκετά προνόμια, οπότε θα μπορούσαν να πάνε εκεί Κρητικοί. Σε πολλές περιπτώσεις Κρητικοί φεύγοντας από την Κρήτη έπαιρναν μαζί τους εικόνες από τα μοναστήρια τους και τις εκκλησίες τους, δίνοντάς τους χαρακτηριστικά ομφάλιου λώρου με τη γενέθλια γη. Η σύγχρονη έρευνα απέδειξε ότι αρκετές οικογένειες της Σίφνου έχουν κρητική καταγωγή και πολλά εικονίσματα έχουν κρητική προέλευση, όπως ο Άγιος Δημήτριος του Εμμ. Σκορδίλη, στην Αγία Αικατερίνη του Κάστρου. Σύμφωνα με την παράδοση τη μονή Αττάλης ίδρυσε ή ανακαίνισε ένας Μπαλής(το επίθετο έχει σχέση πιθανόν με τον χορό μπάλο ή με αξιωματούχο). Το επίθετο Μπαλής υπήρχε στην Κωνσταντινούπολη, είναι όμως και διάσπαρτο σε πολλά νησιά του Αιγαίου. Οπότε δε θα ήταν καθόλου παράξενο η Παναγιά του Μπαλή στη Σίφνο και η μονή Αττάλης του Μπαλή να ιδρύθηκαν ή ανακαινίστηκαν από ένα Μπαλή νησιώτη ή Κωνσταντινουπολίτη. Ο Richard Pococke που περιηγήθηκε στην Κρήτη το 1739, έφτασε στα ορεινά του Μυλοποτάμου στις 25 Αυγούστου. Περιγράφοντας την περιοχή σημειώνει ότι «προς τα δυτικά είναι τα βουνά τα οποία ονομάζονται από ένα μικρό μοναστήρι Μπαλ Μοναστήρι». Είναι η πρώτη γνωστή αναφορά της ονομασίας Μπαλή ή Μπαλί. Δεν είναι καθόλου απίθανο η ονομασία Μπαλή να υπήρχε και πάνω από έναν αιώνα πριν την άλωση της Κρήτης από τους Τούρκους. Όσον αφορά την προέλευση της ονομασίας Μπαλί έχουν εκφραστεί δύο απόψεις. Η μια υποστηρίζει ότι προέρχεται από την τουρκική λέξη μπαλί, που θα πει μέλι και η άλλη ότι Μπαλής ήταν ο κτήτορας ή ο ανακαινιστής της μονής στην περιοχή.

Είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή το Μπαλή του Μυλοποτάμου, επί τουρκοκρατίας καταγράφηκε ως Μπαλί, αφού έβγαζε έτσι κι’ αλλιώς μεγάλη ποσότητα και πολύ καλή ποιότητα μελιού. Από αρσενικό έγινε ουδέτερο και από επίθετο εσήμαινε πλέον μέλι. Πάντως σε πάρα πολλά έγγραφα το συναντάμε ως Μπαλή ή Βαλή και μάλιστα στη γενική άρα κλιτό, αρσενικό, μέχρι που καθιερώθηκε οριστικά το Μπαλί. Γεγονός είναι ότι ακόμα και σήμερα υπάρχει το οικογενειακό επίθετο του Βαλή στη Σίφνο. Καθόλου παράξενο η παράδοση να ισχύει και αντίστροφα, δηλαδή εκδιωγμένοι Βαλήδες από τη Σίφνο να κατέληξαν στο Μυλοπόταμο και να ίδρυσαν εκεί τη μονή του Προδρόμου του Βαλή και επί του Ενετικότερου του Μπαλή.

Στο παραπάνω κείμενο του Βλαστού φαίνεται ότι οι κάτοικοι της Σίφνου γνώριζαν τη μονή του Μπαλή το 19ο αι. , αν και το πιο πιθανό είναι και η δική τους μονή να δημιουργήθηκε ή ανακαινίσθηκε από κάποιον Μπαλή της Κωνσταντινούπολης ή άλλου νησιού. Το επώνυμο Μπαλής είναι κοινό στα νησιά του Αιγαίου, και ιδιαίτερα στις Κυκλάδες. Είναι σίγουρο ότι το 1854 την Παναγία της Σίφνου ανακαίνισε κάποιος Μπαλής από την Κωνσταντινούπολη. Όμως ο Μπαλής αυτός ανακαίνισε το ναό για συναισθηματικούς λόγους γιατί ο ναός ονομάζονταν ήδη «του Μπαλή». Γι’ αυτό στην παράδοση που αναφέρεται η γυναίκα της Σίφνου δεν αναφέρει καθόλου την ανακαίνιση της εκκλησίας από τον Μπαλή, αφού η εκκλησία ονομάζονταν ήδη του Μπαλή.

Η εικόνα της "Παναγίας Μπαλή" τιμάται ιδιαίτερα ακόμη και σήμε­ρα. Είναι χαρακτηριστικό το σιφνιακό τραγούδι που παρακαλεί την Παναγία να χαρίσει στον τόπο την πολύτιμη (για όλα τα νησιά του Αιγαίου) βροχή:

Παναγία του Μπαλή

κάνε μια καλή βροχή

να βραχούν τ' αμπέλια μας

και τα περιβόλια μας κ.λ.π.

( Θ. Φιλιππάκη, Τοπωνύμια Σίφνου, σελ. 205).

Πολλά στοιχεία συνηγορούν, στη μεταφορά της Παναγίας του Μπαλή στη Σίφνο από καλόγερους της μονής Προδρόμου στο Μπαλί Μυλοποτάμου κατά το διάστημα 1646-1669.

(Κύρια πηγή:"τα Μοναστήρια και Ερημητήρια" του Νίκου Ψιλάκη)

ΜΕΤΑ TO 1669.

Η πολυετής πολιορκία του Χάνδακα και η εξέλιξη των επιχειρήσεων, προσέδωσε στρατηγική σημασία στον όρμο του Μπαλί, γεγονός που επέφερε σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της μονής. Λίγα χρόνια μετά την πτώση του Χάνδακα το 1669, έγιναν στη μονή οικοδομικές εργασίες, η έκταση των οποίων δεν είναι γνωστή σήμερα.

Η πρώτη μετά την άλωση χρονολογία που συναντάμε στο κτιριακό συγκρότημα είναι του 1692 και βρίσκεται πάνω από την πύλη που οδηγεί από τα κελλιά στο καθολικό. Λογικά θα πρέπει το τμήμα αυτό να είχε οικοδομηθεί πριν από την άλωση. Ο Θ. Παλιούρας υποθέτει ότι η πέτρα πάνω στην οποία είναι χαραγμένη η χρονολογία 1692, τοποθετήθηκε εκεί σε δεύτερη χρήση. Και είναι πολύ πιθανόν, αφού, κατά τα φαινόμενα, πρόκειται για επισκευαστικές εργασίες που χρειάστηκε να γίνουν μετά την τουρκική προέλαση.

Πληροφορίες για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η μονή εκείνη την περίοδο δεν είναι σήμερα γνωστές. To ιστορικό κενό που παρατηρείται είναι πολύ μεγάλο και καλύπτει το πρώτο μισό του 18o αιώνα. Η σύντομη αναφορά του Pococke, αποτελεί στοιχείο που αποδεικνύει απλώς τη λειτουργία της.

Οι πληροφορίες αρχίζουν να πυκνώνουν κάπως μετά το 1761, περίοδο κατά την οποία παρατηρήθηκε έντονη δραστηριότητα στο μοναστήρι. Τότε χτίστηκε η καλαίσθητη κρήνη της μονής και αφιερώθηκαν εικόνες, βιβλία και ιερά σκεύη. Η χρονολογία 1761 βρίσκεται στην εικόνα "Επί Σοι Χαίρει":

Μνήσθητί Κύριε του δούλου σου Γερβασίου ιερομονάχου, 1761. Χείρ Εμμανουήλ

Στην εικόνα "To γενέθλιον του Τιμίου Προδρόμου" υπάρχει η χρονολογία 1763:

Μνήσθητι Κύριε του δούλου σου Εμμανουήλ 1763. Χείρ Εμμανουήλ.

(Θανάση Παλιούρα:«To Μοναστήρι του Προδρόμου στο Μπαλί», Πεπραγμένα E' Κρητολογικού Συνεδρίου, 1985)

Ο Γερβάσιος της πρώτης επιγραφής πρέπει να ήταν δραστήριος άνθρωπος και να είχε έναν βασικό ρόλο στη διοίκηση του μοναστηριού, χωρίς να φαίνεται να είχε διατελέσει ηγούμενος. Είναι εκείνος που αφιέρωσε το 1784 στη μονή έναν περίτεχνο σταυρό αγιασμού και το 1795 ένα αργυρόδετο Ευαγγέλιο, Βενετικής έκδοσης.

Στον σταυρό υπάρχει η επιγραφή:

ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ ΓΕΡΒΑΣΙΟΥ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΠΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ATAΛI ΑΨΗΔ'

(Μ. Παπαδάκη, «Μπαλί»).

Στο Ευαγγέλιο υπάρχει η αφιερωτική επιγραφή:

ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ ΓΕΡ

ΒΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ Π.. Φ..

ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΑΚΗ 1795. ΜΑΓΙΟΥ 7

Στην πίσω όψη του Ευαγγελίου σημειώνεται η κτητορική επιγραφη της μονής:

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ATAΛH ΕΚ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

Η επιγραφή αυτή αποτελεί και την τελευταία πληροφορία για τον Γερβάσιο, ο οποίος μαρτυρείται στη μονή από το 1761, για χρονική περίοδο 35 περίπου ετών. Η περίοδος αυτή ήταν, ίσως, από τις πιο σημαντικές της ιστορίας της μονής. Εκτελούνται σημαντικά έργα, γίνονται παραγγελίες εικόνων και αφιερώσεις. To πιο αντιπροσωπευτικό έργο αυτής της εποχής είναι η πιο μακρινή κρήνη, εκείνη από την οποία διοχετευόταν το νερό στο χώρο της μονής. Κατασκευάστηκε το 1791, επί ηγουμενείας Γεδεών:

ΚΤΙΤΟΡΑΣ MIXAHΛ. EN ETEI 1791 ΙΟΥΛΙΟΥ 10.

ΚΑΘΙΓΌΥΜΕΝΟΣ ΓΕΔΕΟΝ.

Την ίδια χρονιά(1791) ζωγραφίστηκε η εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στο τέμπλο. Στην επιγραφή της αναφέρεται μόνο το όνομα του ζωγράφου και δεν φαίνεται να αποτελεί αφιέρωμα, αλλά αποκτήθηκε με δαπάνες της ίδιας της μονής. Για τον Ηγούμενο Γεδεών δεν σώθηκε καμιά άλλη πληροφορία, εκτός από την επιγραφή της κρήνης.

Εντύπωση προκαλεί, πάντως, το γεγονός ότι η μονή αυτή απουσιάζει από τον κατάλογο των μοναστηριών που το 1876 πρόσφεραν πεσκέσια στον καινούργιο Μητροπολίτη Κρήτης Μάξιμο Προγιαννακόπουλο. Στον κατάλογο αναφέρονται σχεδ’ον όλα τα μοναστήρια του Μυλοποτάμου.

Η Μονή Μπαλί είναι ένα από τα δυο μοναστήρια του Μυλοποτάμου που αναφέρονται από τον άγνωστο συγγραφέα της Χωρογραφίας της Κρήτης του 1818. (έκδοση TTE-TAK 1983, σελ. 55)

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Από τις αρχές του 19ου αιώνα επικρατεί και πάλι σιγή των πηγών για το Μοναστήρι του Προδρόμου. Εκτιμάται πως οι μοναχοί πήραν μέρος στη μεγάλη επανάσταση του 1821, αλλά δεν είναι γνωστές οι λεπτομέρειες της δράσης τους. Φαίνεται, όμως, ότι υπέστη σοβαρές ζημιές, αν κρίνουμε από την παράδοση που θέλει τη μονή να χάνει τότε το μεγάλο μετόχι «Λούτρα» στο χωριό Αγγελιανά(Παπαδάκης:«Μπαλί»). Ένας γνωστός για την αγριάδα του Τουρκοκρητικός, ονόματι Καρπούζογλους, οικειοποιήθηκε το μετόχι και τα κτήματα του, επωφελούμενος από την αναταραχή της επανάστασης. To φαινόμενο δεν ήταν μοναδικό στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη.

Ο ναός και τα κελλιά, πάντως, δεν φαίνεται να πυρπολήθηκαν, όπως συνέβη σε πάρα πολλά κρητικά μοναστήρια. Ίσως επειδή σ' εκείνη την επανάσταση η περιοχή δεν είχε τη στρατηγική σημασία που είχε κατά την περίοδο 1646 - 1669, οπότε ο έλεγχος της θάλασσας αποτελούσε πρώτη μέριμνα των αντιμαχομένων πλευρών. Γεγονός αποτελεί ότι τo 1830 είχαν συγκεντρωθεί στov όρμο του Μπαλί γυναικόπαιδα και άμαχοι με σκοπό να μεταφερθούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Παραπλέοντα τουρκικά πολεμικά πλοία βομβάρδισαν τους καταυλισμούς των προσφύγων και σκότωσαν πολλά γυναικόπαιδα.(Στ. Σπανάκης:«Πόλεις και χωριά της Κρήτης»)

Στον όρμο του Μπαλί αποβιβάστηκε τον Οκτώβρη του 1829 ο γηραιός Χανιώτης ιατρός και Αρμοστής Κρήτης. (Κριτοβουλίδης, σελ. 487 - 489). Η περιοχή άρχισε και πάλι, μετά την απελευθέρωση τμήματος της Ελλάδας, να αποκτά στρατηγική σημασία...

Μετά την επανάσταση έγιναν κάποιες εργασίες στο μοναστήρι, σημαντικότερη από τις οποίες ήταν η κατασκευή του ξυλόγλυπτου τέμπλου, πάνω στο οποίο σώθηκε επιγραφή με το όνομα του ηγουμένου:

ΔΙ ΕΞΟΔΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΑΣΙ(ΑΣ) ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ, 1837.

Σε άλλο σημείο του τέμπλου υπάρχει άλλη επιγραφή (γραμμένη με άλλο χέρι) και η οποία αναφέρει ξανά το όνομα του Μελετίου (πρόκειται για τον Μελέτιο Καρτερή). Η επιγραφή όμως μισοσβησμένη:

1837. ΔΙ ΕΞΟΔΟΝ ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ

………………………………………………………………

……………………………………………………………..

Ο τρόπος με τον οποίο έχει χαραχτεί η επιγραφή δηλώνει πως κάτω από το όνομα του Μελετίου υπήρχαν τα ονόματα των υπολοίπων μοναχών, οι οποίοι είχαν συμβάλει στην εκτέλεση του έργου. Η Μονή Μπαλί ή Αττάλης απουσιάζει από έναν ακόμη κατάλογο κρητικών μοναστηριών, εκείνον του Χουρμούζη Βυζάντιου, του 1842.1 Ο Χουρμούζης Βυζάντιος, αν και δεν την αναφέρει στον κατάλογο του, γνώριζε την ύπαρξή της. Σε άλλο σημείο, μάλιστα, του βιβλίου του την αναφέρει ως Μονή Βαλί (σελ. 13), στα σχετικά με την συλλογή του αλαδάνου, υποστηρίζοντας ότι "ό περισσότερος συνάζεται εις το Μυλοπόταμον, και μάλιστα εις το βόρειον παράλιον κατά την Μονήν Βαλί".

Η επόμενη μαρτυρία για τη μονή προέρχεται από επιγραφή του 1853 στη μικρή εικόνα του Προδρόμου:

Γέγονεν δι' εξόδων της Ίερας Μονής

εις μνήμην και διά προτροπής του Θεοφιλεστάτου……1853.

(Θεωρείται ότι ως Θεοφιλέστατος χαρακτηρίζεται ο Επίσκοπος Ρεθύμνης. Από το 1832, Επίσκοπος Ρεθύμνης ήταν ο Καλλίνικος Νικολετάκης).

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1866.

O όρμος του Μπαλί ήταν ένας από τα βασικά σημεία ανεφοδιασμού των επαναστατών κατά το 1866 -1869, αλλά και πύλη εισόδου των εθελοντικών σωμάτων που ήρθαν από την ελεύθερη Ελλάδα για να πολεμήσουν στο πλευρό των Κρητών. Στον όρμο του Μπαλί αποβιβάστηκε το 1866 ο Πάνος Κορωναίος

και εκεί συγκεντρώνονταν οι άμαχοι περιμένοντας πλοίο προκειμένου να αναχωρήσουν για την Ελλάδα. Τον Αύγουστο του 1867 εμφανίστηκε, μάλιστα, εκεί ένα τουρκικό πολεμικό πλοίο και βομβάρδισε τους συγκεντρωμένους σκοτώνοντας δυο παιδιά.(Ιστορία Κριάρη).

Oι Τούρκοι προσπάθησαν να καταλάβουν την περιοχή και να χτίσουν ένα πύργο, ούτως ώστε να εμποδίσουν τον ανεφοδιασμό των επαναστατών και την αποβίβαση εθελοντών. To Σεπτέμβρη του 1868 ξεκίνησαν από το Ρέθυμνο 10 τάγματα τουρκικού στρατού για να οχυρώσουν τους όρμους του Μυλοποτάμου και της Αγίας Πελαγίας στο Μαλεβίζι. Έφτασαν στο Μπαλί και στο Φόδελε καί άρχισαν να χτίζουν πύργους. 'Hταν η εποχή που ο τουρκικός στρατός προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές στην περιοχή.

Οι επιδρομές των Τούρκων εναντίον της μονής κατά την επανάσταση του 1866 -1869 ήταν συνηθισμένες. To 1866 ταχτικός στρατός και άταχτοι τη λεηλάτησαν, αφού βεβήλωσαν τους ιερούς χώρους της. H πληροφορία προέρχεται από επιστολή του Γ. Καλοκαιρινού, προξενικού πράκτορα της Ελλάδος στο Ρέθυμνο, προς τον Πρόξενο της Ελλάδος στα Χανιά N. Σακόπουλο : "Μανθάνομεν ότι προ τινων ημερών Οθωμανοί τακτικοί και άτακτοι εγύμνωσαν ολοτελώς το Μοναστήρι του Βαλή βεβηλώσαντες και τους ιερούς ναούς αυτού” (Πρεβελάκη-Μπεκιάρη:Έκθεση των εν Κρήτη Προξένων της Ελλάδος).

Εκείνη την εποχή αναδείχτηκε σε θρυλική φυσιογνωμία του αγώνα ένας καλόγερος της μονής, ο οποίος όχι μόνον έλαβε μέρος στην επανάσταση, αλλά τα κατορθώματα του έγιναν τραγούδι και τραγουδήθηκαν από τους υπόδουλους

κρητικούς, που αναζητούσαν την ελπίδα σε ηρωικές πράξεις και έργα. Πρόκειται για το Γεράσιμο Πικράκη, κατοπινό ηγούμενο της Μονής Μπαλί. Ήταν πολύ νέος, περίπου 25 ετών, όταν πήγε στη Σύρο για να φέρει πολεμικό υλικό στους επαναστάτες της Κρήτης, με το πλοίο του Βασίλη Σοφού. Οι Τούρκοι, όμως, κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν το πλοίο κοντά στην Αγία Πελαγία Μαλεβιζίου. Έσφαξαν αμέσως τον πλοίαρχο και το γιό του και οδήγησαν τους άλλους επιβάτες, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Γεράσιμος, στη Σούδα. O Γεράσιμος κατάφερε να δραπετεύσει..(Τιμ. Βενέρη : Το Αρκάδι)

"Ενας πατέρας του Μπαλιού Γεράσιμος Πικράκις

πολύς και μέγας στην καρδιά μα στο κορμί μικράκις

σαν άρχιξεν ο πόλεμος εις τo νησί τσή Κρήτης

κι αυτός εζώστη τ' άρματα σαν τον καλό πετρίτη

εχύθηκενε τσή Τουρκιάς με τσοί συνάδελφούς του

φόβο και τρόμον έδωκε τσοι άπιστους εχθρούς του.

Mα τό μπαρουτομόλυβο θωρεί και λιγοστεύγει

σ' ένα βαρκάκι μπήκενε στη Σύρα κατεβαίνει

και βρίχνει την επιτροπή κι απόκοτα τσή λέει

τσή Κρήτης την καταστροφή και σύντομα γυρεύγει

όπλα, πολεμοφόδια, πετσί, ψωμί, κανόνι

εις του Βασίλη, του Σοφού το πλοίο τα φορτώνει.

Και ξεκινά με δέκα τρεις όμοιους επιβάτες

και για τη Κρήτη τρέχουνε να βρου τζ' επαναστάτες

θάρρος να τώνε δώσουνε να τσοι παρακινήσου

να μην αφήσου την Τουρκιά μα να την κυνηγήσου.

Ως τε νά μασέ βαρεθή να φύγη απού την Κρήτη

στη Μέκκα να πρεμαζωχτή με τρόμο και με λύπη.

Αλλά εις τήν επιστροφή δεκάξε Οκτωβρίου

εις την Αγία Πελαγιά έξω του λιμανίου

ένα βαπόρι τούρκικο εφάνηκε μπροστά ντω

και εκυρίευσεν αυτούς και όλα τ' άρματά ντω.

Εσφάξαν το Βασίλειο και τον υιό του ομάδι

τσ' υπόλοιπους εδέσανε μπιστάγκωνα ως το βράδυ

ώσπου και τσ' ανεβάσανε στη Σούδα στη φεργάδα

πάλι σφιχτά τσ' εδέσανε σε χέρια και ποδάρια.

…………………………………………………….

………………………………………………………

Τέσσερις μέρες σήμερο που μασέ κοπανίζου

και όντε θα φωνιάζωμε περίσσα μας λαχτίζου.

- Δεv άκουσα και πήγαινε μα μπλιό δε σας πειράζου

εγώ ντεπίχι τσοίκαμα γρίκα τσοι, αναστενάζου!

Πάλι ο Πασάς εδιάταξε τότε τσοι στρατιώτας

και πάλι τους εδέσανε καθώς ήταν και πρώτας.

Πάνω τσοί δέκα τέσσερις ημέρες κατεβαίνει

να διορθώση ο μαραγκός μια τάβλα εκεί σπασμένη

Μέσα στα εργαλεία ντου είχενε και μια λίμα

κλέφτει την ο Γεράσιμος κόβγει την αλυσίδα

στρέφεται κάτω και θωρεί προς του σκοπού το μέρος

σαν όφις ετινάχτηκε κάτ' από το πορτέλο.

Στη θάλασσα κολυμπητός δυώ 'ρες να ξημερώση,

κι οι βάρκες τόνε κυνηγού για να μην αποσώση.

Mα ο Πατέρας έπλεγε καλλιά παρά τη βάρκα

χωρίς κιανένα φόρεμα, παπούτσι γη στιβάνι

θάμα μεγάλον ήτανε πως να μην αποθάνη

εις τα βουνά-ν- εχιόνιζε και που να βρει ανθρώπους

για να τον εγλυτώσουνε απού τσοι τόσους κόπους.

Με εγνοιανό πορπάτισμα 'ποσώνει εις το Στύλο

μα εκεί δεν ήβρεν άνθρωπο μηδ' όρθα μηδέ σκύλο.

Απού το Στύλο προχωρεί στο Πρόβαρμα σιμώνει

στση Μαχαιρούς δεν έγνεψε και φτάνει στο Πεμόνι.

Εκ' ηύρεν ένα νάθρωπο κι ελέγα ντον Χαρίτο

μια βράκα μόνο τούδωκε ποκάμισο δεν ήτο.

Οι Τούρκοι τονε κυνηγού τρομάρα τονε πχιάνει

κι ως ήτονε ξυπόλητος είς του Πατσούρο φτάνει.

Aπ' του Πατσούρο το πρωί στ' Ασκύφου ανεβαίνει

τσ' επαναστάτες ήβρενε και αρχινά να λέη

τα. πάθη και τα βάσανα πού δενε στη φρεγάδα

απου τσοι βαρβαρότουρκους με τ' άλλα παλληκάρια.

To δημοτικό τραγούδι διασώζει στη μνήμη και την καταστροφή

της μονής από τους Τούρκους:

" Aς τον αφήσωμεν αυτό πούφυγε με το πλοίο

κι ας πούμε για το Μουσταφά που τόμαθε και κείνος.

Kι αμέσως εδιάταξε και το στρατό και φτάνει

και τα πολεμοφόδια έπασχε για να πάρη.

Πρωί-πρωί σηκώθηκε κι ήρθε στο Μοναστήρι

και δεν επόμεινε κελλί να μη το αναγείρη

και τα μπαρούθια ζήτανε, γύρευε τον πατέρα.

Mα ούλα πήγαν μάταια εκείνη την ημέρα.

Και σαν δεν τον ηυρήκανε την αδερφή του παίρνου

‘να δούλο κι ένα μαθητή και στη στιγμή τσοι δένου.

Kι αποκειδά τσοι παίρνουνε στ' Αγγελιανά τσοι πήγα

εκειά που είχεν ο Πασάς στεμένα τα τσαντήρια.

Ύστερις τσοι ρωτούσανε τάσσου ντω και παράδες

βάνου τζοι κι εις τη φυλακή κάνου τρεις εβδομάδες.

Απόλυσέ-ν-τζοι ύστερις κι είπε-ν- αν τονε πιάση

ωρκίσθη στο ιμάνι ντου πως θα τονε κρεμάση. "

H παράδοση αναφέρει ότι κι άλλη φορά κατάφεραν να τον συλλάβουν

οι Τούρκοι, αλλά τον ελευθέρωσε ένας μπέης από το Ηράκλειο,

το παιδί του οποίου είχε σώσει ο Γεράσιμος.

Το δημοτικό τραγούδι αναφέρει και αυτή τη σύλληψη και αποφυλάκισή του.

«Λίγος καιρός επέρασε συνέλευση εγίνη

και τα μπαρουτομόλυβα εις τσ' αρχηγούς τα δίδει.

Έκατσε να ξεκουρασθεί μα μια Τετάρτη μέρα

πάνε πάλι νιζάμιδες και πιάνου – ν-το-ν- Πατέρα

αμπώθου και τσινούντονε πιστάγκωνα το δένου.

Στση Σείσες τον επήγανε κι άπονα τονε δέρνου.

Ύστερα τον επήρανε στο Κάστρο τονε πάνε.

Και στο βαπόρι βάλα ντον κι αμέσως το κρεμάνε.

Κρεμουν τον από τα μαλλιά στ' άλμπουρο στο βαπόρι.

Κόβγεται ξεπατώνεται η γι' όμορφή ντου κόμη.

Επήγαντο-ν κι εις τα Χανιά στη φυλακή το-ν- βάλα

κι' εκειδά τον εδέσανε με σίδερα μεγάλα.

Τον ανεβάσα στου Πασά για να τονε δικάσου

να τώνε δώση την εξά να πα να τονε σφάξου.

Όντεν-τον εμπροστένανε εις το Κονάκι φτάνει

Τούρκος απού στα χέρια ντου εβάστανε φιρμάνι

και δίδει το εις τον Πασά κι' αυτός σκυφτά διαβάζει.

Σιγά-σιγά σηκώνεται και τούτα διατάζει:

Αφήστε τονε τον Παπά δεν έχω ίντα κάμω

γιατ' έχω τέθοιο ντεσκερέ ντρέτ' απού το Σουλτάνο

Ως τ' άκουσεν ο Γούμενος Μέγα Θεό δοξάζει

κι' οι τούρκοι τον αφήκανε στο μοναστήρι πάει

[Από το βιβλίο του Μιχ. Παπαδάκη για το Μπαλί]

ΦΘΙΝΟΥΣΑ ΠΟΡΕΙΑ

Ο Γεράσιμος έγινε ηγούμενος το 1874, μετά το θάνατο του Μελετίου Καρτερή. Δεν κατόρθωσε, όμως, παρά τις προσπάθειες του, να ανασυγκροτήσει τη μονή. Δεν παρατηρήθηκε προσέλευση νέων μοναχών και τη διαχείριση της περιουσίας της (όπως και των άλλων μοναστηριών του νομού) είχε ήδη αναλάβει η Δημογεροντία Ρεθύμνου. Τo 1881 είχε μόλις δυο μοναχούς και εννέα κοσμικούς κατοίκους, προφανώς ενοικιαστές των μοναστηριακών κτημάτων(Σταυράκη, Στατιστική, Μέρος B', σελ. 154.).

To 1900 κρίθηκε αμέσως διαλυτή και το 1935 διαλυτέα. To 1928 περιήλθε στο Εφεδροταμείο Ρεθύμνης ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας της.

Η ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ

Μετά την κατοχή έμεινε εντελώς έρημη μέχρι το 1983.

Στις 24 Iουνίου 1983, εορτή των Γενεθλίων του Tιμίου Προδρόμου, τελέστηκε αρχιερατική θ. λειτουργία στον ναό της Mονής από τον μακαριστό μητροπολίτη Tίτο Συλλιγαδάκη, κατά την οποία εγκατέστησε νέο ηγούμενο της τον Aρχιμ. π. Άνθιμο Συριανό, σήμερα μητροπολίτη Pεθύμνης και Aυλοποτάμου. O νέος ηγούμενος επιδόθηκε αμέσως με περίσσια αγάπη στην αναστήλωση και ανασυγκρότηση της Mονής. Η αναστήλωση προχώρησε πολύ γρήγορα και σήμερα η Μονή Αττάλης ή Μπαλί είναι ένα από τα πιο καλά συντηρημένα μοναστηριακά κτήρια της Κρήτης.Tο αποτέλεσμα το βλέπουν σήμερα οι προσκυνητές και οι επισκέπτες και θαυμάζουν την προσπάθειά του, την οποία συνεχίζει από τις 24 Iουνίου 1996, με τον ίδιο ζήλο, ο νέος, ευσεβής, μορφωμένος και δραστήριος διάδοχος του Παρθένιος Kαλυβιανάκης. Tο παρεκκλήσι του Aγίου Θεοδοσίου του Kοινοβιάρχη είναι ένα από τα σημαντικά έργα που ήδη έχει επιτελέσει στη Mονή.

TO KTΙPIAKO ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ

To κτιριακό συγκρότημα της Μονής Αττάλης δεν ακολουθεί την κλασική μοναστηριακή αρχιτεκτονική, που θέλει το καθολικό να βρίσκεται στο κέντρο του μοναστηριακού περιβόλου. Ο ναός βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά του κτιριακού συνόλου, αλλά και έξω απ' αυτό. Συνδέεται με κλίμακα με το βασικό χώρο των κελλιών και των άλλων κτισμάτων. Επειδή, όμως, έπρεπε να τηρηθούν οι βασικές αρχές της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής, αλλά και να τηρηθούν οι κανόνες ασφαλείας από εχθρικές επιδρομές, η κλίμακα που οδηγούσε στον περίβολο του ναού έκλεινε με βαριά πόρτα. Υπήρχε, δηλαδή, ένα ιδιότυπο φρούριο, μέσα στο οποίο περικλείονταν όλες οι βασικές λειτουργίες της μονής, εκτός από το ναό. Όπως φαίνεται, η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία αλλά επιβεβλημένη, λόγω της επικλινότητας του εδάφους. Δημιουργήθηκαν, λοιπόν, διαφορετικές επίπεδες βαθμίδες, πάνω στις οποίες αναπτύχτηκαν οι βασικές λειτουργίες μιας καλά οργανωμένης μονής, όπως ακριβώς επέβαλλαν οι συνθήκες και τα τεχνικά μέσα της εποχής.

Προτιμήθηκε, δηλαδή, η παρέκκλιση από το γνωστό τύπο των μοναστηριών του ελληνικού χώρου για να εξασφαλιστεί η αντοχή σε εχθρικές επιθέσεις. Σημαντικό ρόλο υπέρ της επιλογής αυτής διαδραμάτισε η θέση στην οποία βρισκόταν η μονή, θέση απόμερη και εκτεθειμένη σε κινδύνους.

Η κεντρική είσοδος ακολουθεί την πιο συνηθισμένη μορφή των μοναστηριακών πυλώνων. Είναι τοξωτή και αφήνει αρκετό στεγασμένο χώρο, στον οποίο μπορούσαν να κάθονται όλοι όσοι περίμεναν κάθε πρωί να ανοίξει η μονή, προσκυνητές ή διαβάτες. Μπροστά από τον πυλώνα υπάρχει μεγάλος βράχος. Αυτό έγινε επειδή οι κτήτορες στόχευαν στην "ολοσχερή αφάνεια" του μοναστηριακού χώρου.( Α. Φραγκούλη. Ιστορικά του Ρεθυμνιακού χώρου, σελ. 68). Η μονή έπρεπε να έχει άμεση πρόσβαση όχι προς τον όρμο, αλλά προς την ενδοχώρα, από την οποία και γινόταν τότε η συγκοινωνία. Αμέσως μετά τον πυλώνα (νοτίως) υπήρχε το βορδοναρείο, μέσα στο κτήριο του οποίου διατηρούνται ακόμη οι χτιστές φάτνες. Τα υπόλοιπα κτήρια που είχαν ουσιαστικό ρόλο στην εσωτερική οργάνωση της μονής (ελαιοτριβείο, εργαστήριο κεραμικής, φούρνος) είναι χτισμένα κοντά στο διαβατικό και σε μια λογική απόσταση από το χώρο των κελλιών και της τραπεζαρίας.

Ο χώρος των κελλιών ήταν εντελώς ανεξάρτητος από το χώρο των βοηθητικών κτισμάτων. Σχημάτιζε μια παραλληλόγραμμη αυλή, σε παράλληλη θέση με τον άξονα ανάπτυξης της μονής. Οι πόρτες των κελλιών και τα πέτρινα τόξα της αυλής δημιουργούν ένα εντυπωσιακό σκηνικό και δείχνουν μοναστηριακό σύνολο που οικοδομήθηκε με πολλή μεγάλη επιμέλεια.

Ο Θ. Παλιούρας, που μελέτησε το κτηριακό συγκρότημα και τις τοιχογραφίες, σημείωσε πως "η ύπαρξη όλης αυτής της τεχνικής υποδομής, που εξυπηρετεί τις ανάγκες του καθημερινού βίου των μοναχών και μετατρέπει το μοναστήρι - εκτός από πνευματική -και σε αξιόλογη οικονομική μονάδα, φανερώνει τον πλούτο και την αξιοζήλευτη οργάνωση του".

Βιβλιογραφία:

Νίκου Ψιλάκη:«Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης»

Θανάση Παλιούρα:«To Μοναστήρι του Προδρόμου στο Μπαλί», Πεπραγμένα E' Κρητολογικού Συνεδρίου, 1985)

Αντ. Τρούλου, Σιφνος: Ιστορία – Λαογραφία

Μ. Παπαδάκη, Μπαλί

Στ. Σπανάκη, Πόλεις και Χωριά της Κρήτης

Στεργ. Μανουρά, Η Νέα Ανακαίνιση της Μονής Μπαλή, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, τ. 37,1984